Τρίτη, 25 Μαΐου 2021

Ἡ φαντασία. Τί είναι ή φαντασία; Καί πώς συνάδει µέ τό ποθούµενο τών αισθήσεων.




 Ἂν καὶ µοιάζει τόσο ἁπλὴ καὶ ἀνώδυνη ἠ ἐρώτησή , ἔχει τόσο πολλὰ ποὺ µποροῦν νὰ εἰπωθοῦν γι᾽ αὐτὴν καὶ θὰ φόβιζαν κάποιους τὰ ἀκόµη περισσότερα ποὺ παράγονται ἀπὸ τὶς κρυφές της ἰδιότητες. Εἶναι ἀπὸ µόνη της µία αὐτοκρατορία, ἕνας ὁλόκληρος κόσµος ἀνεξάρτητος, αὐτοτελής, µαγευτικὸς ἀλλὰ συνάµα καὶ µαγικός.

 Ξέρουµε ὅτι οἱ αἰσθήσεις εἶναι οἱ βάσεις πάνω στὶς ὁποῖες χτίζεται ὁ πόθος κι ἐκεῖ ἡ φαντασία εἶναι ποὺ στὴν κυριολεξία διευθύνει τὴν ὀρχήστρα· εἶναι ἡ φαντασία ποὺ ἐπιτρέπει τὸ ἀµφίδροµο ταξίδι ἀπὸ τὸν πόθο στὶς αἰσθήσεις καὶ πίσω πάλι γιὰ τὴν ἱκανοποίησή του. Ἀλλὰ ἂς πάρουµε τὰ πράγµατα µὲ τὴ σειρά. 

Ἐὰν θὰ ῤωτοῦσε κάποιος τὶ εἶναι φαντασία, τί ἦταν αὐτὸ ποὺ θὰ µπορούσαµε νὰ τοῦ ποῦµε; Οἱ ἀπαντήσεις µας θὰ ὁδηγοῦσαν σὲ δύο ὁρισµούς, τῶν ὁποίων ἡ διατύπωση θὰ ἦταν ἐξαρτηµένη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο στὸν ὁποῖο ἀπευθύνεται ἡ ἐρώτηση ἢ µποροῦµε νὰ ὑποθέσουµε ὅτι συνδιαλεγόµαστε µὲ κάποιο εὐέλικτα σκεπτόµενο ἄτοµο, ποὺ θὰ µᾶς ἔδινε δύο ἀπαντήσεις· ἡ µία ποὺ κλίνει νὰ ἔχῃ κατὰ τὸ µᾶλλον ἀρνητικὸ πρόσηµο θὰ διεκδικῇ ὅτι φαντασία πρόκειται γιὰ κάτι ποὺ δὲν εἶναι πραγµατικό, καὶ ἔχει δηµιουργηθεῖ στὸ µυαλὸ κάποιου ἀνθρώπου. Ἡ δεύτερη ἀπάντηση θὰ ὑπερίσχυε µὲ διαφορὰ τῆς πρώτης ὥς πρὸς τὴν προσέγγιση τῆς ἴδιας ἰδιότητος τῆς φαντασίας καὶ θὰ ἔλεγε ὅτι φαντασία εἶναι ἡ νοητικὴ - ψυχικὴ ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀναπαριστᾶ εἰκόνες καὶ γεγονότα ἀλλὰ ἐπιπλέον νὰ µπορῇ νὰ ἐξελίσσῃ τὴν πλοκή καὶ τὶς σχέσεις µεταξύ τους. Γιὰ τὴν πρώτη ἐκδοχή, θὰ εἴχαµε καὶ µάλιστα δικαιολογηµένα κάποιες ἐνστάσεις, ἀφοῦ ὁ λογικὸς ἔλεγχος δὲν ἐπιτρέπει τέτοια ἐπιπόλαια προσέγγιση καὶ τοῦτο διότι ἐὰν τὸ µυαλὸ κάποιου ἄνθρώπου θεωρεῖται ὑλικὸ διότι εἶναι χειροπιαστό, τὸ ἴδιο θὰ εἶναι καὶ ἡ ἐνέργεια µὲ τὴν ὀποία λειτουργεῖ µὲ τὴν διαφορὰ ὅτι πρόκειται περὶ ὕλης σὲ πιὸ λεπτοφυῆ µορφή. 

Ἀκολούθως, αὐτὸ ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν δηµιουργία τῆς φαντασίας, γίνεται ἀντιληπτὸ µὲ ἕνα παράλληλο τρόπο ὅπως αὐτὸς τῶν πέντε αἰσθήσεων ἀλλὰ καὶ πάλι σὲ ἀκόµη πιὸ λεπτοφυῆ µορφὴ καὶ δηµιουργεῖ τὴν παράσταση ἡ ὁποία ἀξιώνεται τῶν χαρακτηριστικῶν ὅλων τῶν αἰσθήσεων οἱ ὁποῖες δροῦν στὸ φυσικὸ ὑλικό πεδίο, κάτι ποὺ σηµαίνει ὅτι καὶ ὁ ἀντικατοπτρισµός τῶν αἰσθήσεων στὶς νοητικὲς αἰσθήσεις δὲν µπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ὕλη διότι ἀναγνωρίζεται µὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Ἐὰν βλέπω µία εἰκόνα µὲ τὰ µάτια µου, ἀλλὰ τὴν βλέπω καὶ µὲ κλειστὰ τὰ µάτια, χρησιµοποιῶ τὰ ἴδια ὑλικὰ ἀπὸ τὴν διάχυτη «ὑλοενέργεια» ποὺ διατρέχει καὶ πληροῖ ὁλόκληρο τὸ Σύµπαν. Ἐµεῖς ἁπλᾶ, στὶς συµπυκνώσεις ποὺ ἀντιλαµβανόµαστε σὰν πραγµατικότητα, δίνουµε ὀνόµατα στὶς εἰκόνες γιὰ νὰ ἔχουµε ἕναν κώδικα ἐπικοινωνίας µεταξύ µας, δηλαδὴ µὲ τὶς ἄλλες ὑπάρξεις ποὺ µοιράζονται τὴν ἴδια ἀντιληπτότητα µὲ ἐµᾶς. Βλέπω ἕνα λουλούδι, σκέφτοµαι ἕνα λουλούδι· τὸ λουλούδι, δὲν ὑπάρχει στὸ Σύµπαν κι ἐὰν φανταστοῦµε ὅτι κάποιος πάρει ἕνα λουλούδι καὶ τὸ ἀναζητήσει στὸ Σύµπαν δὲν θὰ µπορέσῃ νὰ βρῇ ὅµοιό του, ἐκτὸς κι ἐὰν δηµιουργήσει ἕνα µὲ τὴν σκέψη του καµπυλώνοντας τὴν ὑλοενέργεια τοῦ Σύµπαντος στὰ µέτρα του ὥστε νὰ τὸ ἐµφανίσῃ. Ὅµως κάποιος ποὺ ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἐξαπλώνῃ τὴν σκέψη του ὑπερβαίνοντας τὰ συνηθισµένα ὅρια ποὺ συνιστοῦν τὴν καθηµερινότητά µας, θὰ διαπίστωνε ὅτι πέραν αὐτῶν ὑπάρχει καὶ ἕνας τρίτος τρόπος θεάσεως καὶ χαρακτηρισµοῦ τῆς φαντασίας ποὺ ὄχι µόνον δὲν ὑπολείπεται τῶν δύο προηγουµένων ἀλλὰ διεκδικεῖ ἀξιέπαινα τὰ πρωτεῖα τῆς πιὸ σοβαρῆς καὶ νηφάλιας παρατηρήσεως ποὺ θὰ µᾶς χαρίσῃ τὴν ἀπάντηση στὰ ἐρωτήµατά µας.



 Γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦµε καλύτερα, θὰ ἀφήσουµε τὸ µυαλό µας ἤρεµο καὶ τὴν φαντασία µας ἐλεύθερη γιὰ νὰ παρατηρήσουµε τὴν τάση της, νὰ δοῦµε πρὸς τὰ ποῦ κλίνει, πρὸς ποιά κατεύθυνση στρέφεται. Νὰ τὴν ἀφήσουµε ὥστε νὰ καταλάβουµε τί θέλει, ποιά εἶναι ἡ ἐπιθυµία της. Γι᾽ αὐτὸν τὸν λόγο θὰ ἀκολουθήσουµε µία κατάσταση σὰν παρατηρητές, ποὺ δὲν θὰ εἶναι κάποια ἄγνωστη ἢ ἀσυνήθιστη. Θὰ µποροῦσε νὰ ἦταν αὐτὸ ποὺ λέµε µία ἱστορία καθηµερινότητας ποὺ µπορεῖ νὰ συµβῇ ἢ συµβαίνει στὸν καθένα µας. Ὅπως γίνεται πάντα στὴν ζωή τὰ πράγµατα δὲν εἶναι ξεκάθαρα γιὰ κάποιον στὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς του. Πολὺς κόσµος τὸν γνωρίζει, ὅλοι µιλοῦν γι᾽ αὐτὸν ἀλλὰ ἀκόµη ὁ ἴδιος, δὲν ξέρει ποιὸς εἶναι. Οἱ συγγενεῖς του, οἱ φίλοι του, ὅλοι τὸν ξέρουν ἀλλὰ ὁ ἴδιος ἀπουσιάζει. Ποῦ βρίσκεται; Στὴν µέση τοῦ πουθενά, ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεώς του. Ἕνας «χῶρος», νοητικός, ἀλλὰ ἀφοῦ γίνεται ἀντιληπτὸς δὲν µπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι «ὑπαρκτός». Γνωρίζει, δὲν ξέρει πῶς, ὁτι ἐκεῖ ὑπάρχει µία αἰνιγµατικὴ γυναῖκα, µὲ φοβερὲς ἱκανότητες προερχόµενη ἀπὸ πανίσχυρη οἰκογένεια. Εἶναι πολὺ ὄµορφη καὶ ἀπίστευτα ἑλκυστική. Ξέρει ὁτι µιᾶς καὶ τὴν ἀντικρύσεις δὲν µπορεῖς νὰ πάρῃς τὰ µάτια σου ἀπὸ πάνω της, ὁ µαγνητισµὸς ποὺ ἐξασκεῖ, ἠ ἕλξη της, εἶναι ἀκατανίκητη. Εἶναι ὅ,τι θὰ ἐπιθυµοῦσε ὁ καθένας, ἀπὸ τὸν πιὸ κακοφτιαγµένο καὶ φτωχό, µέχρι τὸν πιὸ ὄµορφο καὶ πλούσιο. Θὰ ἔκανε ὁποιονδήποτε νὰ θέλη νὰ θυσιαστῇ γιὰ χάρη της, νὰ ἔχῃ τὴν εὔνοιά της καὶ νὰ βρίσκεται κοντά της, ἁπλᾶ νὰ ὑπάρχῃ δίπλα της καὶ θὰ τὸν ἔκανε νὰ ξεχάσῃ τὶς ἔννοιες του, τὰ σχέδιά του καὶ τοὺς φίλους του. 


Τίποτα δὲν θὰ εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὸ νὰ βρίσκεσαι κοντά της καὶ νὰ ζῇς τὴν µαγεία ποὺ σοῦ προσφέρει, τὴν εὐτυχία ποὺ νοιώθεις ἔχοντάς την ὁλόγυρά σου· καὶ δὲν εἶναι µόνο αὐτά, θὰ πρέπῃ νὰ εἶναι κάτι σὰν µάγισσα γιατὶ ἔχει τὴ δύναµη νὰ διώχνει τὴν ἀγωνία καὶ ἡ συνεύρεση µαζί της ἀπαλύνει τὸν πόνο, σὰν τὸ καλύτερο ἀναλγητικό, σὲ κάνει νὰ αἰσθάνεσαι δυνατὸς καὶ νέος, νοιώθεις νὰ γεννιέσαι ξανά … κι ἐκείνη, δὲν ἔχει ἀπαιτήσεις, δὲν περιµένει θυσίες καὶ ἡρωϊσµοὺς γιὰ χάρη της, δὲν τὰ χρειάζεται ἄλλωστε, ἡ δύναµή της εἶναι θεϊκὴ κι ἀκόµη περισσότερο, µπορεῖ καὶ νὰ δεῖ µπροστά, σὰν νὰ ἔριχνε τὶς κάρτες τοῦ tarot κι ἀλάνθαστα νὰ προβλέψη τὰ µελλούµενα νὰ γίνουν ἀλλὰ καὶ νὰ δώσῃ συµβουλές, νὰ προλάβῃ δυστυχίες νὰ προβλέψῃ εὐτυχίες. Ὅλα τὰ ἐχῃ καὶ δὲν ζητᾶ τίποτα παρὰ νὰ τῆς εἶσαι πιστός. 

 Οἱ σκέψεις τὸν κατακλύζουν καὶ σκέφτεται: «Μὰ θὰ εἶµαι σὰν ἄρχοντας, ἐὰν τὴν βρῶ, θὰ ἔχω τὰ πάντα καὶ τὴν πιὸ ἐπιθυµητὴ γυναῖκα ποὺ ὑπάρχει νὰ εἶναι στὸ πλάϊ µου. Ἐὰν εἶναι ἐκεῖ αὐτὴ ἡ ὑπέροχη ὕπαρξη, δὲν εἶναι ἡ εὐκαιρία τῆς ζωῆς του; Σὰν καταρράκτης οἱ σκέψεις συνεχίζουν νὰ πέφτουν στὸ µυαλό του καὶ δὲν ξέρει τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸν κάνει νὰ διστάζῃ, πόσο δύσκολο εἶναι; Διαισθάνεται ὅτι κάτι δὲν πάει καλὰ ἀλλὰ δὲν µπορεῖ νὰ τὸ ἐντοπίσῃ. Πόσο ἄδικο νὰ εἶναι ἕνα βῆµα µακρυὰ ἀπὸ τὴν πολυπόθητη θεὰ καὶ νὰ ἔχῃ σὰν ἀντίβαρο ἕνα µέλλον ποὺ κάνει τὴν ζυγαριὰ νὰ ταλαντεύται ἀργὰ καὶ ἀπειλητικὰ ἀπὸ τὴν µία µεριὰ στὴν ἄλλη; Εἶναι πράγµατι βασανιστικό. 

 Ἔχει µόλις διανύσει τὰ εἰκοσι ὀκτὼ χρόνια τῆς ζωῆς του.  Μόλις πρὶν λίγο πέρασε ἀπὸ τὸ στάδιο ὅπου οἱ ὁρίζοντες τοῦ µυαλοῦ του ἐξαπλώθηκαν µὲ ἐκρηκτικὴ ταχύτητα καὶ κάλυψαν µία πολὺ µεγάλη περιοχὴ ποὺ βρισκόταν γύρω του ἀλλὰ δὲν συνειδητοποιοῦσε τὴν ὕπαρξή της µέχρι ποὺ τὴν ἀντίκρυσε σὰν ἀπὸ βουνὸ ποὺ βλέπει σὲ πεδιάδα µία καθαρὴ ἡµέρα µετὰ τὴν βροχή. Μποροῦσε κι ἔβλεπε µακρυὰ καὶ πέρα ἀπὸ τὴν ἀπέναντι ὀροσειρὰ ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔβλεπε πρίν, ἀλλὰ τώρα βλέπει πεντακάθαρα µὲ ζωηρὰ χρώµατα καὶ µπορεῖ νὰ ξεχωρίσῃ τὴν κάθε λεπτοµέρεια. Βλέπει πολὺ καλύτερα καὶ µπορεῖ νὰ συγκρατήση ὅλες τὶς λεπτοµέρειες µαζὶ σὲ µιὰ µατιά, τὰ πάντα γύρω του Τί νὰ ἀποφασίσῃ; 


Ὑπάρχει ἕνα σύννεφο στὸν οὐρανό, εἶναι µεγάλο, δὲν εἶναι ὅµως ἀπειλητικό, ἀντίθετα, σταµατάει τὶς ἀκτίνες τοῦ ἡλίου καὶ τὸν διευκολύνει νὰ διακρίνῃ καὶ ἄλλα σηµεῖα ποὺ δὲν ἔβλεπε πριν ἀπὸ τὴν δυνατὴ ἀντανάκλαση. Σχεδὸν µέσα στὴν ἀπόγνωση καὶ τὰ ἀνακατεµένα αἰσθήµατά του κάνει µερικὰ νοητικὰ βήµατα πίσω. Εἶναι µόνος· καὶ ἀναρωτιέται: «ποῦ εἶµαι; Τί εἶναι αὐτὸς ὁ τόπος; Πῶς ἤλθα ἐδῶ; Τί βλέπω; Ποῦ εἶναι ἡ Θεά µου;» Κάθησε σὲ µία πλατιὰ πέτρα καὶ προσπάθησε νὰ βάλῃ τὶς σκέψεις του σὲ µία τάξη. Τὸ σύννεφο µετακινήθηκε λιγάκι καὶ ὁ ἥλιος φάνηκε καὶ πάλι δίπλα του παίρνοντας τὴν προσοχὴ του ἀπὸ τὴν ὀνειροπόλησή του. Καὶ σκέφτηκε: «Εἶµαι µόνος µου, τὸ τοπίο εἶναι ὄµορφο καὶ ἡ βλάτηση πυκνή, ἔχει πολλὰ δένδρα ἀλλὰ κανένα δὲν ἔχει καρπούς. Τὰ πουλιὰ τὰ βλέπω νὰ πετοῦν ἀλλὰ δὲν ἀκούω κανένα νὰ κελαϊδάει, γιατί; Κι ὅµως εἶναι τόσο ὄµορφα, ἡ πλάση ὀλόκληρη ἔπρεπε νὰ χαίρεται µὲ τόση ὀµορφιὰ καὶ εὐτυχία· κι ἀλήθεια, ποῦ εἶναι ἠ Θεά µου; τὴν νοιώθω ὁλόγυρα µὰ δὲν τὴν βλέπω, νοιώθω ἐπάνω µου τὴν παρουσία της καὶ ἡ ἡδονὴ µὲ κάνει νὰ θέλω νὰ κλείσω τὰ βλέφαρά µου νὰ τὴν γευτῶ, κι αὐτὴ µὲ θέλει, δὲν τὴν νοιάζει ποὺ δὲν εἶµαι ἐφάµιλος τῆς ὀµορφιᾶς της, τὸ µόνο ποὺ µοῦ ζητᾶ εἶναι νὰ µείνω µαζί της. «Νά λοιπόν, ἐδῶ εἶµαι γιὰ σένα Θεά µου, παιχνίδι στὰ χέρια σου καὶ αἱχµάλωτος στὰ θέλγητρά σου, Μὰ ποῦ εἶσαι; Γιατὶ δὲν σὲ βλέπω;» «Ἐδῶ εἶµαι, δίπλα σου καὶ ὁλόγυρά σου, µόνο φαντάσου µε καὶ θὰ µὲ δῇς µπροστά σου, εἶµαι ὅλο αὐτὸ ποὺ βλέπεις καὶ ἡ εἰκόνα ποὺ ἔχεις στὸ µυαλό σου, ξέρεις κοντά µου θὰ εἶσαι πάντοτε ἔτσι καὶ τὰ χρόνια δὲν θὰ περνᾶνε ἀπὸ πάνω σου, ἐγώ, σὰν Θεὰ θὰ εἶµαι πάντα ἔτσι ὅπως µὲ φαντάζεσαι, µεῖνε δίπλα µου καὶ θὰ ἔχῃς πάντα τὴν νιότη σου καὶ ὅ,τι ἐπιθυµήσεις». Μὲ τὰ µάτια ἀκόµη κλειστὰ πάνω στὴν πλατιὰ πέτρα, ἔννοιωσε τὸν ἥλιο νὰ τοῦ καίει τὸ πρόσωπο. Τὸ σύννεφο εἶχε πάει πιὸ πέρα. Ἄνοιξε τὰ µάτια του καὶ βρέθηκε νὰ κάθεται σὲ µιὰ σκοτεινὴ σπηλιὰ ἀνήλιη ἀλλὰ πόσο περίεργο, ὁ ἥλιος ἀκόµη τοῦ ἔκαιγε τὸ πρόσωπό του. Μὲ τὰ µάτια ἀνοιχτὰ βλέποντας τοὺς τοίχους τῆς σπηλιᾶς, κρατοῦσε τὴν εἰκόνα τοῦ τοπίου ποὺ ἔβλεπε ἀκόµα ζωντανή µέσ´ στὸ µυαλό του. Ἀπόλυτη ἡσυχία, σχεδὸν σὰν νὰ εἶχε σταµατήσει ἡ ζωὴ κι ἔτσι µετέωρος ἄρχισε σιγὰ σιγὰ νὰ φέρνῃ τὰ κοµµάτια στὸ µυαλό του καὶ νὰ τὰ συνδέῃ σιγὰ σιγὰ στὸν πιὸ σπουδαῖο γρῖφο της ζωῆς του. 


Οἱ γνώσεις καὶ οἱ ἀναµνήσεις ἄρχισαν νὰ βρίσκουν τὸν δρόµο τους ἁργὰ στὸ ταραγµένο του µυαλὸ καὶ νὰ συγκεντρώνονται στὸ θέατρο ὅπως οἱ ἄνθρωποι ποὺ πηγαίνουν νὰ παρακολουθήσουν µία παράσταση. Μία παροιµία ἄστραψε στὸ µυαλὸ σὰν κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ: «τὰ φαινόµενα ἀπατοῦν». Δὲν ἤξερε πῶς ἔγινε καὶ τοῦ ἤλθε στὸ µυαλὸ ἄλλὰ τέτοιες στιγµὲς ὅλα τὰ σηµαντικὰ κάνουν τὸ πέρασµά τους καὶ διεκδικοῦν τὴν συµµετοχή τους στὸ puzzle τοῦ ἀνθρώπου. ῎Υστερα τὸ µυαλό του πῆγε πίσω στὰ µαθητικά του χρόνια ὅταν ἀκόµη τὰ µάτια του ἦταν κλειστὰ ἀκόµη κι ὅταν ἔβλεπε, ὅµως µποροῦσε νὰ διαβάσῃ καὶ θυµήθηκε τότε ποὺ διάβαζε τὴν Ὁδύσσεια καὶ ἡ συνάφειες ποὺ ἄρχισε νὰ διαισθάνεται τὸν ἔκαναν νὰ τρέµῃ ἀπὸ τὸ µεγαλεῖο τῶν ἐπερχοµένων διαπιστώσεων ποὺ διαισθανόταν ὅτι ἦταν µεγάλες καὶ ὀ φόβος βρισκόταν γύρω ἀπὸ τὸ σῶµα του σὲ µία ξέφρενη ἀναζήτηση νὰ βρῇ ἄνοιγµα γιὰ νὰ περάσῃ καὶ νὰ φωλιάση µέσα του. Δὲν τὸν ἄφησε. Ἔµεινε ἀπαθὴς καὶ αἰσθάνθηκε εὐεργεσία γιὰ τὴν ζέστη τοῦ ἥλιου στὸ πρόσωπό του ποὺ κατὰ κάποιον τρόπο τοῦ ἔδινε τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ τὸν στήριζε νὰ διατηρήσῃ τὶς ἰσορροπίες του.

 Θυµήθηκε λοιπὸν ὅτι στὴν Ὀδύσσεια ὁ πρωταγωνιστὴς ἐνῷ δὲν ἀναφέρεται στὶς τέσσερις πρῶτες ῥαψωδίες ἐµφανίζεται στὴν πέµπτη ῥαψωδία. Ἤξερε ὅτι µετροῦσαν τὶς περιόδους κάθε ἑπτὰ χρόνια κι αὐτὸς βρέθηκε νὰ παλεύῃ µὲ αὐτὰ τὰ ἐρωτήµατα µόλις εἶχε µπεῖ στὴν πέµπτη περίοδο τῆς ζωῆς του. Χαµογέλασε, τί σύµπτωση; Ἄρχισε νὰ σκέφεται: ὁ Ὅµηρος λέει ὅτι ὁ Ὁδυσσέας βρέθηκε ἐκεῖ ποὺ εἶναι ὁ ὀµφαλὸς τῆς θαλάσσης. Στὴν µέση τοῦ πουθενὰ καὶ καταµεσίς τοῦ συναισθηµατικοῦ του κόσµου τὴν θάλασσα. Τώρα τὸ δίληµµά του εἶναι ἐὰν θὰ µείνῃ ἐκεῖ ὅπου ὑπόσχεται ἀθανασία ἢ θὰ πρέπῃ νὰ γυρίσῃ πίσω στὴν Ἰθάκη. Ἔτσι κι αὐτὸς τώρα πρέπει νὰ ἐπιλέξῃ ἐὰν θὰ συνεχίσῃ νὰ ἐξασκεῖ τὴν ἔµπνευσή του ἢ νὰ παραµείνῃ ἐκεῖ ὅπου θὰ αἰσθάνεται ἀθάνατος καὶ πάντα νέος.


 Καὶ ἡ Θεά, αὐτὴ ποὺ ζεῖ σὲ ἕνα µακρυνὸ νησὶ καὶ δίνει τὰ πάντα µὲ ἀντάλλαγµα νὰ τῆς µείνῃς πιστός ποιά εἶναι; Μὰ δὲν µπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν Καλυψώ. Ὅλα ταιριάζουν τὸ νησί της εἶναι µακρυά, κατάφυτο ἄλλὰ χωρὶς ὀπωροφόρα δένδρα καὶ τὰ πουλιὰ δὲν καλαϊδοῦν, γιατί ὅµως; Στὸν Φαίδωνα, θυµήθηκε ἕνας νεοπλατωνικός εἶχε δώσει τὴν ἀπάντηση ὅταν ἔγραψε ὄτι ἡ Καλυψὼ εἶναι ἡ Φαντασία ἡ ὁποία σὰν νέφος ἐµποδίζει τὴ λογική, … ποὺ εἶναι ὁ ἥλιος. Σκεπάζει τὸν νοῦ, ἐξ οὗ καὶ τὸ ὄνοµά της Καλυψώ. Νά τὸ σύνεφο λοιπόν καὶ ἡ θελκτικὴ γυναῖκα δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν Φαντασία ποὺ στ᾽ ἀλήθεια ταιριάζει µὲ ὄλα. Τὸ σύννεφο, τὸν ἔκανε νὰ βλέπῃ καλύτερα ὅταν ἔκρυψε τὸν ἥλιο, ἀλλὰ αὐτὸ γιατὶ ἔβλεπε µὲ τὰ µάτια τοῦ µυαλοῦ του, ἀλλὰ ἡ παροιµία πάλι; Τὰ φαινόµενα ἀπατοῦν, αὐτὸ ποὺ βλέπω δὲν εἶναι ἀλήθεια καὶ ὅταν φαντάζοµαι τί συµβαίνει; Ἀλίµονο!

 Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει πιὰ ἐπαφὲς καὶ εἶναι µόνος του σὲ πόνο ἀποζητᾶ νὰ ἀπαλύνη τὸν πόνο του. Ἡ φαντασία εἶναι καταφύγιο γιὰ δυστυχισµένους κάτι σὰν τὸ ὄπιο, γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν ἀντέχουν τὸν πραγµατικὸ κόσµο. Καὶ ὁ Ὁδυσσέας εἶχε χάσει τοὺς συντρόφους του καὶ ἦταν µόνος καὶ ἀπαρηγόρητος Ἡ φαντασία ὅµως σηµαίνει ἀποµάκρυνση ἀπὸ τὴν πραγµατικότητα. Ἡ φαντασία ἀποµονώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν κανονικὸ κόσµο, γι᾽ αὐτὸ ἡ Καλυψὼ µένει µακρυά, Ἡ φαντασία κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ αἰσθάνεται ἀθάνατος καὶ πάντα νέος καὶ αὐτὰ τὰ δῶρα τὰ προσφέρει ἀπλόχερα ἡ Καλυψώ. Ἡ φαντασία κάνει τὸν ἄνθρωπο ἄρχοντα, ἐφάµιλλο µὲ Θεὸ ὅπως ὑπόσχεται. 

Ὁ ἄνθρωπος ἀποθεώνει τὴν Φαντασία εἰς βάρος τῆς Μοῦσσας ποὺ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἔµπνευση. Ὅταν βρίσκεσαι ἐκεῖ εἶσαι στάσιµος, περνᾶς καλὰ ἀλλὰ ἔχεις χάσει κάθε δηµιουργικότητα, δὲν τολµᾶς, µόνο νοιώθεις ὁτι περνᾶς ὡραῖα ἀλλὰ δὲν ἐξασκεῖς αὐτὰ ποὺ µπορεῖς σὰν ἐλεύθερος ἄνθρωπος. Ἀλλὰ καὶ τὰ δηµιουργήµατα τῆς φαντασίας εἶναι ἐφήµερα. Ἡ θέληση τῶν Θεῶν ὅµως ἦταν νὰ ἐλευθερωθῇ ὁ Ὁδυσσέας, γι᾽ αὐτὸ κι ἔστειλαν τὸν Ἑρµῆ, τὴν λογική, τὸν ἥλιο, νὰ διώξῃ τὸ «σύννεφο Καλυψὼ» ὅπως καὶ ἔκανε· καὶ ἡ λογικὴ κυριάρχησε ὅταν τὸ πρόσωπό του ἔννοιωθε τὴν ζέστη τοῦ ἥλιου ἀκόµη καὶ µέσα στὴν σπηλιά. Τὰ δένδρα στὸ νησὶ τῆς Καλυψοῦς δὲν παράγουν καρποὺς ὅπως τίποτα φαντασικὸ δὲν γενάει κάτι χειροπιαστὸ καὶ τὰ πουλιὰ δὲν κελαϊδοῦν γιατὶ δὲν εἶναι ἀληθινά. «Τὰ φαινόµενα ἀπατοῦν», ξαναεῖπε µέσα του, κι ἔπρεπε νὰ ἀποφασίσῃ ἀλλὰ θυµήθηκε καὶ τὰ δῶρα ποὺ πῆρε ἀπὸ τὴν Καλυψὼ ποὺ χάθηκαν ὅλα στὴν τρικυµία τοῦ Ποσειδώνα, κι αὐτὸ τοῦ λέει ὅτι ὅταν ἐπιστρέψεις στὴν πραγµατικότητα, ὅλα τὰ δῶρα ποὺ σοῦ ἔδωσε ἡ Φαντασία – Καλυψὼ, ἐξαφανίζονται καὶ βρίσκεσαι στὴν πραγµατικότητα µέσα σὲ µία τρικυµία. Ἐκεῖ καταλαβαίνει ὅτι ἐὰν δὲν ἀκούσει τὸν Ἑρµῆ, τὴν λογική, θὰ µείνῃ γιὰ πάντα δέσµιος τῆς φαντασίας του, µὲ ὅλες τὶς συνέπειες.

 Ὁ ἄνθρωπος εἶναι «φύση», δηλαδὴ ἔχει «φυτρώσει» µέσα ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ Σύµπαντος καὶ ἔχει πάρει µία µορφὴ ἀπὸ τὶς ἄπειρες διαθέσιµες ἢ δυνατότητες ποὺ ἔχει νὰ µετατραπῇ ἡ οὐσία. Σὰν τέτοια, πρέπει νὰ ἀκολουθεῖ ἢ καὶ νὰ περιορίζεται ἀπὸ κάποιους «νόµους» ποὺ ἰσχύουν στὰ πράγµατα ποὺ φύονται, γενιοῦνται καὶ φθάνουν σὲ µία συνειδητοποίηση. Ὁ πρῶτος καὶ πλέον σηµαντικὸς «κανόνας» τὸν ὁποῖο ἀπαρέγκλιτα πρέπει νὰ ἀκολουθήσουν ὅλα τὰ φυσικὰ πράγµατα (ἄλλωστε δὲν µποροῦν νὰ κάνουν διαφορετικά), εἶναι τὸ ὅτι πρέπει νὰ ζήσουν ὁλόκληρη τὴν συνειδητὴ ζωὴ τῆς µορφῆς ποὺ ἔχουν ἀποκτήσει µὲ τὴν ἀποδοχὴ ὅτι ἡ ῥοπὴ τῆς ὑπάρξεώς τους τείνει- καὶ πάντοτε θὰ κάνῃ τὸ ἴδιο - στὴν ἰσορροπία τῆς ἠρεµίας ἢ ἄλλιῶς στὴν κατάσταση τῆς κατώτερης δυναµικῆς ποὺ εἶναι διαθέσιµη.

 Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἠρεµία δηλαδὴ ὁ θάνατος. Κάθε ἄλλη πράξη ἢ ἐνέργεια ποὺ ἀντιτίθεται σὲ αὐτὸν τὸν κανόνα λέγεται ζωή. Κάθε µεταβολὴ τῆς ζωῆς σὲ κατώτερη κατάσταση, δηλαδὴ µὲ κατώτερη δυναµική, ὅπως εἶναι ἑπόµενο παράγει θετικὴ ἐντροπία, δηλαδὴ θετικὸ πρόσηµο πρὸς τὴν κατεύθυνση τοῦ θανάτου, ὡστόσο ἔχουµε ἀκούσει καὶ φράση: «δηµιουργικὴ φαντασία». Αὐτὴ µπορεῖ πολὺ εὔκολα νὰ παροµοιασθῇ µὲ τὸ δηλητήριο τὸ ὁποῖο σὲ µικρὲς ποσότητες εἶναι φάρµακο καὶ τί ἄλλο; Μὰ βέβαια, µὲ τέτοιους φρικτοὺς πόνους ποὺ εἶχα σὲ µία ἄτυχη περίπτωση στὴ ζωή µου σὰν πολυτραυµατίας, ἡ µορφίνη ἦταν αὐτὸ ποὺ µὲ κράτησε ἀπὸ … δὲν ξέρω κι ἐγώ τὶ θὰ πάθαινα, ἀλλὰ δὲν ἔµοιαζε καθόλου ὑγιές. Ἔννοιωθα τὴν ἀνάγκη νὰ χάσω τὶς αἰσθήσεις µου ἀλλὰ δὲν γινόταν … ἦταν φρικτό. 

 Κάποια στιγµὴ ἀναγκάστηκαν νὰ µοῦ δώσουν αὐτὸ ποὺ σὲ µεγαλύτερη ποσότητα σὲ καταστρέφει, ἀλλὰ µὲ ἔσωσε ἴσως ἀπὸ κάτι χειρότερο. Πόσος πόνος ὑπάρχει µαζεµένος στὴ ζωή καὶ πῶς καταφέρνει ὁ νοῦς νὰ τὸν µοιράζει ἐδῶ κι ἐκεῖ κάνοντας διαχείρηση τῆς κρίσεως; Τὸν σωµατικὸ πόνο ἐδῶ, τὴν τραγικὴ ἀπώλεια έκεῖ, τὴν πληγωµένη καρδιὰ πιὸ πέρα, τὸ ἀσήκωτο βάρος τῆς συνειδήσεως ποὺ σὲ συνθλίβει καὶ ἀπειλεῖ τὴν ὕπαρξή σου σὲ ἄλλο µέρος καὶ κάποια στιγµή, ὅταν βρίσκεσαι στὸν χῶρο τοῦ ἀσυνειδήτου, σὲ ἀφήνει νὰ περάσῃς πάνω ἀπὸ αὐτὰ καὶ νὰ τὰ δεῖς γνωρίζοντας ὅτι δὲν θὰ συνειδητοποιήσῃς τὸ τράνταγµα (σὸκ), ἀντικρύζοντας τὴν πραγµατική σου κατάσταση. 

Τότε εἶναι ποὺ βλέπεις τὰ ζωηρὰ ὄνειρα, αὐτὰ ποὺ περιέχουν ὅλες τὶς αἰσθήσεις· κι ἔτσι παίρνεις αὐτὸ ποὺ ποθοῦν οἱ αἰσθήσεις σου. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ὅταν ἔρχεται στὸ ἀσυνείδητο, εἶναι τὸ φάρµακο, ἀλλὰ ὅταν φτιάχνεις τὸ ποθούµενο µὲ τὸ µυαλό σου δὲν διαφέρει ἀπὸ τὴν χρήση τοῦ δηλητηρίου σὰν ναρκωτικὸ καὶ σὲ κάνει νὰ ἐξαρτᾶσαι ὅπως αὐτὸς ποὺ εἶναι ὀπιοµανής.

Τάσος Πατεράκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΑΓΑΠΗ

ΑΓΑΠΗ

ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ

Η ελευθερία είναι ένα από τα σπουδαιότερα θέματα που αφορούν την ύπαρξη του ανθρώπου. Κάθε ενέργεια του ανθρώπου, που τον χαρακτηρίζει ως πρόσωπο, συνδέεται άρρηκτα με την ελευθερία του.

Έτσι μπορεί να γίνεται λόγος για μια μεγάλη ποικιλία, με την οποία φανερώνεται αυτή η ελευθερία, όπως είναι λόγου χάρη η ελευθερία της σκέψεως, η ελευθερία του λόγου, η ελευθερία της συνειδήσεως, η ηθική ελευθερία, η θρησκευτική ελευθερία, κλπ.

Εμείς δεν θα ασχοληθούμε με τις παραπάνω πλευρές της ελευθερίας, αλλά θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε με κάθε δυνατή συντομία, πώς ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς βλέπει την ελευθερία του ανθρώπου καθεαυτήν.

Στη συνέχεια, αφού αναφερθούμε στην οντολογική υποδούλωση και απελευθέρωση του άνθρώπου, θα παρουσιάσουμε πως ο άνθρωπος αναπτύσσει και φανερώνει την ελευθερία του ως μέτοχος της πνευματικής εμπειρίας της Εκκλησίας και ποιος είναι ο ιδιάζων χαρακτήρας αυτής της ελευθερίας.

Ευθύς εξαρχής πρέπει να πούμε ότι απόλυτα ελεύθερος και κυριολεκτικά αυτεξούσιος είναι μόνο ο Θεός, αφού ως ο όντως Ων δεν υπόκειται σε καμιά φυσική ή μεταφυσική αναγκαιότητα1.

Επομένως είναι αυτονόητο ότι λόγος για απόλυτη και αυθεντική ελευθερία μπορεί να γίνεται μόνο εκεί, όπου βρίσκεται και η πηγή της ελευθερίας, ο ίδιος δηλαδή ο Θεός. Άμεση φανέρωση της αυθεντικής αυτής ελευθερίας στην κτίση και την ιστορία γίνεται μόνο με τις άκτιστες ενέργειες του Τριαδικού Θεού.

Αν όμως η απόλυτη και αυθεντική ελευθερία βρίσκεται μόνο στον ίδιο τον Θεό και στις άκτιστες ενέργειές του, τί είδους ελευθερία έχει ο άνθρωπος ως κτίσμα και πού θεμελιώνεται αυτή η ελευθερία του;

Η ελευθερία του άνθρώπου, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως αυτή εκπροσωπείται από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, συνδέεται στενότατα με τον τρόπο υπάρξεώς του.

Ο άνθρωπος, του οποίου η οντολογική αφετηρία βρίσκεται στο μη ον, ήρθε στο είναι, ως γνωστόν, με την άκτιστη δημιουργική ενέργεια του Θεού. Γι' αυτό και είναι εξαρτημένος από την αιτία της προελεύσεώς του, είναι δηλαδή εξαρτημένος από τον ίδιο τον Θεό.

Πέρα όμως από την εξάρτηση αυτή του είναι του ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ' εικόνα του δημιουργού του ως λογικό και αυτεξούσιο ον.

Η λογικότητα των όντων κατά τον Παλαμά συνδέεται οντολογικώς με την αυτεξουσιότητά τους4. Κατά συνέπεια η αυτεξουσιότητα και ελευθερία του άνθρώπου αποτελούν οντολογικό γνώρισμα του κατ' εικόνα.

Δημιουργώντας ο Θεός κατ' εικόνα του τον άνθρωπο θεμελίωσε το αυτεξούσιο του ανθρώπου πάνω σε μια πραγματικότητα, η οποία παρέχει στην ελευθερία προϋποθέσεις αποφασιστικής σημασίας για την παραπέρα τελειωτική πορεία του ανθρώπου.

Το κατ' εικόνα αποτελεί το θεμέλιο εκείνο της ανθρωπίνης υπάρξεως που δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να μπορεί να κινείται προς το αγαθό, όταν κάνει καλή χρήση του αυτεξουσίου.

Το οντολογικό δηλαδή υπόβαθρο της αυτεξούσιας αναφοράς του ανθρώπου στον Τριαδικό Θεό βρίσκεται στην κατ' εικόνα Θεού δημιουργία του. Αν ο άνθρωπος ανέφερε πάντοτε αυτεξουσίως και ελευθέρως το κατ' εικόνα προς το αρχέτυπο, δεν θα ξέπεφτε από την κοινωνία του με τον Θεό, μια και ο Θεός κατά τον Παλαμά προσβλέπει πάντα με ιδιαίτερη πρόνοια προς τον άνθρωπο. «ως προς οικείαν εικόνα μάλλον ή προς τα παρ' αυτού πάντα γεγονότα».

Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ενώ εντοπίζει το κατ' εικόνα στην όλη ύπαρξη του ανθρώπου, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο νου. Αλλά ο νους και η λογική συνδέονται αναπόφευκτα με το αυτεξούσιο και την προαίρεση του ανθρώπου, και αυτά του παρέχουν τη δυνατότητα να τρέπεται πότε στο καλό, και πότε στο κακό.

Αν η αυτεξουσιότητα αφαιρεθεί από τη λογική, τότε η λογική καταντά χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Χωρίς ελεύθερη θέληση και απόφαση δεν είναι νοητή καμιά ευθύνη. Μόνο όταν ο άνθρωπος έχει «λελυμένην πάσης ανάγκης την γνώμην», παρατηρεί ο υπέρμαχος του ησυχασμού, μπορεί να διατηρείται στην κατά φύση ζωή και να προσεγγίζει τον Θεό ή να εκτρέπεται από την κοινωνία μαζί του και να κατευθύνεται προς τον θάνατο.

Δημιουργώντας ο Θεός αυτεξούσιο τον άνθρωπο στέρησε την δυνατότητα στον πονηρό να ασκεί βία πάνω στον άνθρωπο. Μόνο με πειθώ ή δόλο μπορεί να επηρεάσει ο διάβολος τη θέληση του άνθρώπου και να τον κάνει κοινωνό της αποστασίας του. Από τη δημιουργία του λοιπόν ακόμη ο άνθρωπος πήρε τη δύναμη του αυτεξουσίου, τη δύναμη της ελευθερίας, με την οποία μπορεί να αντιστέκεται στον πονηρό και να συμβάλλει αποφασιστικά στην πραγμάτωση του προορισμού του, την ομοίωσή του με τον Θεό.

Η προγονική πτώση είχε οντολογικές συνέπειες στο καθαυτό είναι του ανθρώπου, στο κατ' εικόνα, το οποίο ενώ αμαυρώθηκε δεν καταστράφηκε από την αμαρτία.

Εκείνο που έχασε ο άνθρωπος, παρατηρεί ο Παλαμάς, δεν ήταν το κατ΄ εικόνα αλλά το καθ' ομοίωση.

Η αμαύρωση του κατ' εικόνα σήμανε φθορά και στο αυτεξούσιο του ανθρώπου, που αντί να οδεύει στην κατεύθυνση της ελευθερίας του πρωτοτύπου του βρέθηκε μέσα στην περιοχή της επιρροής του πονηρού, ο οποίος, ενώ δεν μπόρεσε να καταργήσει το αυτεξούσιο του ανθρώπου, το συσκότισε και το εμπόδισε να κινείται στην τελειωτική του προοπτική.

Έτσι ο,τιδήποτε και αν έκανε ο άνθρωπος (αξιοκατάκριτο ή επαινετό) βρισκόταν κατά τον Παλαμά κάτω από τις γενικότερες συνέπειες της προγονικής πτώσεως.

Αλλά το αυτεξούσιο του ανθρώπου δεν εμπόδισε την ελευθερία του Θεού να μετασκευάσει φιλάνθρωπα και «επί το κρείττον» τα «εξ αυτεξουσίου παρατροπής ολισθήματα» του ανθρώπου και να «οικονομήσει» τη σωτήρια του, χωρίς να παραβιάσει καθόλου το αυτεξούσιο και την ελευθερία του.

Ενώ δηλαδή η αυτεξούσια παράβαση της εντολής του Θεού οδήγησε στη σύνταξη του ανθρώπου με τον διάβολο και την υποταγή του στο θάνατο, ο Θεός με τη σοφία και την αγαθότητά του βρήκε τρόπο, ώστε και τον άνθρωπο να λυτρώσει από τον θάνατο, και το αυτεξούσιο του ανθρώπου να διατηρήσει.

Ο Θεός δεν επέτρεψε να γίνει ο θάνατος το υποχρεωτικό τέλος, το «έσχατον καταγώγιον» όλων των ανθρώπων. Επειδή μάλιστα ο άνθρωπος δεν έφτασε «αυτοκινήτως» προς το κακό αλλά μετά τη συκοφαντία του θελήματος του Θεού από τον διάβολο, δεν προχώρησε μετά την παράβαση «ακρατώς και ανεπιστρόφως» προς το κακό, όπως οι δαίμονες και έτσι έγινε δεκτικός στην προσφορά του Θεού για την οντολογικού χαρακτήρα απελευθέρωσή του.

Με το έργο της θείας οικονομίας, που πραγματώθηκε στο πρόσωπο του Χριστού, ο άνθρωπος απελευθερώνεται οντολογικώς από την αμαρτία, τον διάβολο και τον εσχατολογικό θάνατο και αποκτά τη χαρισματική ελευθερία.

Ειδικότερα, ο Θεός κινούμενος από άκρα ευσπλαχνία για τον άνθρωπο προσέλαβε την ανθρώπινη φύση «καθ' υπόστασιν» στο πρόσωπο του Θεού Λόγου για ν' απελευθερώσει τον άνθρωπο, ν' ανακαινίσει το αμαυρωμένο κατ' εικόνα και να το ζωοποιήσει με την άκτιστη χάρη του πρωτοτύπου.

Ο Χριστός ως Θεάνθρωπος, ως μόνος αληθινός και αναμάρτητος άνθρωπος και ως ελεύθερος από τη δουλεία του διαβόλου, ήταν κατά τον Παλαμά ο μόνος που μπορούσε να ελευθερώσει τον άνθρωπο από την παραπάνω δουλεία.

Το θεμέλιο απελευθερώσεως της ανθρωπίνης φύσεως από την εξουσία του διαβόλου, της αμαρτίας, της φθοράς και του θανάτου, τέθηκε ήδη με την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, ενώ με την ανάσταση του Χριστού επισφραγίστηκε η οντολογική απελευθέρωση του ανθρώπου από την πολλαπλή δουλεία του.

Την απελευθέρωση του ανθρώπου από την δουλεία και τυραννία του διαβόλου διαβεβαίωσε ο Χριστός με ολοφάνερο τρόπο ήδη κατά την ιστορική παρουσία του στη γη. Θεραπεύοντας δηλαδή ο Χριστός τους φανερά δαιμονισμένους και κατά το σώμα, παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, πιστοποιούσε «δια της φανερώς ενεργουμένης ταύτης ελευθερίας... την εν κρυπτώ κατά ψυχήν γινομένην ελευθερία» του άνθρώπου «εκ της του διαβόλου τυραννίδος».

Με την απελευθέρωση των δαιμονισμένων από τη δυναστεία του διαβόλου ο Χριστός γνωστοποιούσε στους ανθρώπους ότι αυτός είναι εκείνος που μπορεί να ελευθερώσει τις ψυχές από τη δουλεία τους στον πονηρό και να χαρίσει σ' αυτούς την αιώνια ελευθερία.

Η απελευθέρωση του άνθρώπου από την παραπάνω δουλεία δεν περιορίστηκε κατά τον Παλαμά στην περίοδο της επίγειας ζωής του Χριστού. Συνεχίζεται να πραγματώνεται στο πλαίσιο της Εκκλησίας με τον διπλό πάντοτε χαρακτήρα της, που αναφέρεται στην ψυχή και το σώμα του ανθρώπου.

Η ενανθρώπηση, ο θάνατος και η ανάσταση του Χριστού αποτελούν ιστορικά γεγονότα της ζωής του, που έχουν όμως απελευθερωτική σημασία για τον άνθρωπο.

Η μόνη δυνατότητα που έχει ο άνθρωπος για να απελευθερωθεί από την δουλεία στην αμαρτία, τον πονηρό και τον θάνατο, είναι να μετάσχει μυστηριακώς στο θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. Μετέχοντας ο άνθρωπος κατά μυστηριακό τρόπο στο ζωοποιό θάνατο και την ανάσταση του Χριστού με το βάπτισμα μετέχει στις οντολογικές προϋποθέσεις της ελευθερίας του και δέχεται πραγματικώς και χαρισματικώς την απελευθέρωσή του από την παραπάνω τριπλή δουλεία.

Όπως δηλαδή η ευθύνη του θανάτου εξαιτίας του Αδάμ πέρασε σ' όλους τους ανθρώπους, έτσι περνά κατά τον Παλαμά και η αιώνια ζωή, που είναι ζωή ελευθερίας, σ' όλους εκείνους, που αναγεννώνται πνευματικώς από τον Θεάνθρωπο.

Με την ίδρυση της Εκκλησίας ο Χριστός γίνεται η αστείρευτη πηγή της θείας χάριτος, που απελευθερώνει τον πιστό μέσω των μυστηρίων από την αμαρτία και τις συνέπειές της. Η απελευθερωτική χάρη του βαπτίσματος δεν χάνεται, όταν ο άνθρωπος αμαρτάνει και δεν αξιοποιεί την προσφορά του Θεού, γιατί τα χαρίσματα του Θεού είναι αμεταμέλητα, παραμένει όμως ανενεργός.

Ωστόσο, όταν με την δύναμη των μυστηρίων και την ανθρώπινη συνεργία διατηρείται αυτή η χάρη ενεργός, τούτο σημαίνει ταυτόχρονα και την παρουσία της πραγματικής ελευθερίας του. Αναφερόμενος ο Παλαμάς στο χωρίο του αποστόλου Παύλου, «ο γαρ νόμος του πνεύματος της ζωής ηλευθέρωσέ με από του νόμου της αμαρτίας και του θανάτου», παρατηρεί ότι η απελευθέρωση του ανθρώπου από την αμαρτία και τον θάνατο, που πραγματώνεται με τη δύναμη της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, παρέχει όχι μόνο αθανασία αλλά και αναμαρτησία.

Έχοντας ο άνθρωπος απελευθερωμένη τη φύση του από τα πάθη, τη φθορά και τον θάνατο και το φρόνημά του απελευθερωμένο από την αμαρτία μπορεί να κινείται στην περιοχή της πραγματικής ελευθερίας. Άλλωστε πραγματική ελευθερία χωρίς την οντολογική απελευθέρωση από την αμαρτία είναι ακατανόητη.

Με την ανάληψη του σαρκωθέντος και αναστάντος Λόγου του Θεού στους ουρανούς διασφαλίστηκε κατά τον Παλαμά η ελευθερία του ανθρώπου για την αιωνιότητα, αφού η κτιστή ανθρώπινη φύση εισήλθε με τον Χριστό στους κόλπους του Θεού Πατέρα.

Όπως δηλαδή με την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου η φύση μας ενώθηκε υποστατικώς με τη θεία φύση και έγινε ομόθεη, έτσι και με την ανάληψη του Χριστού η φύση μας έγινε ομόθρονη, αφού ο Χριστός μ' αυτήν «εκάθισεν εν δεξιά της μεγαλωσύνης εν ουρανοίς».

Η ελευθερία όμως που παρέχεται από το Χριστό στο πλαίσιο της Εκκλησίας παρουσιάζει μια εξωτερική αντινομία, γιατί η ελευθερία αυτή εμφανίζεται ως ολοκληρωτική δουλεία στον Χριστό.

Η ολοκληρωτική δουλεία των πιστών στον Χριστό είναι μια εκούσια, δουλεία, που προκύπτει ως ανταπόκρισή τους στην προσφορά του Χριστού. Όταν όμως οι πιστοί προσφέρουν τη θέλησή τους στον Χριστό ενούμενοι ολοκληρωτικά μ' αυτόν, δεν σημαίνει ότι στερούνται την ελευθερία τους. Αντίθετα μάλιστα, οικειώνονται το πνεύμα του Χριστού.

Αλλά το πνεύμα του Χριστού, που παίρνουν οι άνθρωποι μέσα στην Εκκλησία, δεν είναι «πνεύμα δουλείας» αλλά «πνεύμα υιοθεσίας», πράγμα που σημαίνει κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά ότι είναι «πνεύμα ελευθερίας, ταυτό δ' ειπείν το πνεύμα το άγιον». Κατά συνέπεια, οικειούμενοι οι άνθρωποι εν Χριστώ το πνεύμα του Χριστού έχουν και βιώνουν την κατεξοχήν ελευθερία τους, αφού και κατά το βιβλικό χωρίο «ου το πνεύμα Κυρίου, ελευθερία».

Η ελευθερία αυτή, για την οποία μιλά ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους, αποκαλύπτεται κατά τον Παλαμά με το φως της θείας χάριτος.

Και επειδή, όπως λέχθηκε, το Άγιο Πνεύμα, ως πνεύμα Κυρίου, είναι πνεύμα όχι δουλείας αλλά πνεύμα υιοθεσίας και ελευθερίας, η ελευθερία των πιστών στο πλαίσιο της Εκκλησίας κατανοείται σωστά και πλήρως μόνο όταν συνδέεται άρρηκτα με τη χαρισματική υιοθεσία τους από τον Θεό.

Η χαρισματική υιοθεσία χαρακτηρίζει εκείνους που λυτρώθηκαν από τη δουλεία του διαβόλου και της αμαρτίας και πήραν την άκτιστη δύναμη να γίνουν κατά χάρη παιδιά του θεού. Όταν μιλάμε για χαρισματική υιοθεσία των πιστών, παρατηρεί ο Παλαμάς, αναφερόμαστε στην υιοθεσία τους από τον Θεό Πατέρα, που τους δόθηκε όμως κατά χάρη από τον Χριστό.

Με την άκτιστη χάρη του βαπτίσματος ο Χριστός αναγεννά πνευματικώς τους ανθρώπους και γίνεται κατά χάρη πατέρας τους, ο οποίος τους τρέφει πνευματικώς όχι μόνο με το σώμα και το αίμα του αλλά και με το πνεύμα του. Με τον τρόπο αυτό τους καθιστά «αείζωους» και κατά χάρη «υιούς αγαπητούς του ουρανίου Πατρός». Αλλά ως μέτοχος της άκτιστης θείας χάριτος ο υιοθετημένος από τον θεό άνθρωπος γίνεται κατά τον Παλαμά όχι μόνο «θέσει» υιός αλλά και πνεύμα. Εδώ όμως είναι απαραίτητη και μια διευκρίνιση του θεόπτη θεολόγου, που θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη και για όσα θα πούμε στη συνέχεια για το χαρακτήρα της ελευθερίας.

Οι πιστοί με τη χαρισματική γέννησή τους από τον Θεό υιοθετήθηκαν πραγματικώς από αυτόν, δεν έγιναν όμως αμέσως και «ενεργεία» παιδιά του Θεού. Πήραν απλώς τη δύναμη να γίνουν παιδιά του Θεού στα έσχατα, κατά τη μέλλουσα δηλαδή βασιλεία του Θεού. «Πως δε ειπών ότι εκ του Θεού εγεννήθησαν», σημειώνει ο Παλαμάς, «ουκ ειπέν ότι και γεγόνασι τέκνα Θεού, αλλ' έλαβον δύναμιν γενέσθαι; Προς το τέλος και την αποκατάστασιν εκείνην βλέπων, την τελειότητα του μέλλοντος αιώνος».

Ποιος όμως είναι τελικώς ο χαρακτήρας της ελευθερίας των πιστών κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά; Επιγραμματικά θα λέγαμε ότι η ελευθερία των πιστών έχει οντολογικό και χαρισματικό χαρακτήρα, έχει ανθρωπολογικό και ταυτόχρονα θεολογικό περιεχόμενο με σαφή εσχατολογική προοπτική.

Αλλά πώς κατανοείται η σημασία των βασικών αυτών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της ελευθερίας στο πλαίσιο της Εκκλησίας;

Απ' όσα είπαμε στο πρώτο μέρος του άρθρου μας έγινε φανερός ο οντολογικός χαρακτήρας της ελευθερίας του ανθρώπου ως προς την ανθρωπολογική του διάσταση. Λέχθηκε ήδη ότι το αυτεξούσιο του άνθρώπου αποτελεί θεμελιώδες οντολογικό γνώρισμα του κατ' εικόνα.

Στο πλαίσιο της Εκκλησίας και συγκεκριμένα με το βάπτισμα το φθαρμένο και συσκοτισμένο από την πτώση αυτεξούσιο του ανθρώπου όχι μόνο εξυγιαίνεται και ανακαινίζεται, αλλά εμπλουτίζεται χαρισματικώς με την ελευθερία του Αγίου Πνεύματος. Έτσι όμως η ελευθερία του ανθρώπου αποκτά εκτός από το ανθρωπολογικό και θεολογικό κατά κυριολεξία περιεχόμενο.

Ο άνθρωπος δηλαδή ως πιστός έχει φυσική και χαρισματική ελευθερία.

Ποιος είναι όμως αναλυτικότερα ο χαρακτήρας της χαρισματικής αυτής ελευθερίας και ποια είναι η σχέση της με την κατά φύση ανθρώπινη ελευθερία;

Η χαρισματική ελευθερία του ανθρώπου σύμφωνα με την πνευματική εμπειρία της Εκκλησίας, που μας καταθέτει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, έχει οντολογική ύπαρξη, γιατί αποτελεί συγκεκριμένη άκτιστη ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Ερμηνεύοντας ο Παλαμάς το χωρίο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, «πνεύμα υιοθεσίας, αληθείας, ελευθερίας, πνεύμα σοφίας, συνέσεως, βουλήσεως, ισχύος, γνώσεως, ευσεβείας, φόβου Θεού. και γαρ ποιητικόν τούτων απάντων», και στρεφόμενος άμεσα κατά του Ακινδύνου σημειώνει απερίφραστα τον άκτιστο χαρακτήρα της ελευθερίας, χαρακτηρίζοντας την ελευθερία ως μία από τις οικείες, φυσικές και έμφυτες ενέργειες του Αγίου Πνεύματος, που παρέχονται από τον Θεό στον πιστό μυστηριακώς εντός της Εκκλησίας.

Έτσι η βιβλική μαρτυρία, «ου το πνεύμα Κυρίου, ελευθερία», σημαίνει ότι η χαρισματική παρουσία του Αγίου Πνεύματος στον πιστό αποτελεί παρουσία της άκτιστης ελευθερίας.

Εδώ όμως τίθεται εύλογα το ερώτημα: Όταν ο άνθρωπος οικειώνεται την ελευθερία ως φυσική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, τί γίνεται η δική του ελευθερία ως ενέργεια του αυτεξουσίου του;

Καταργείται, παραμερίζεται, ατονεί ή διατηρεί πλήρως την ιδιαιτερότητά της; Αν καταργείται, δεν ακρωτηριάζεται η ανθρώπινη προσωπικότητα; Και αν πάλι παραμένει, πώς συμβιβάζονται δύο ελευθερίες στο ίδιο πρόσωπο και μάλιστα η μία άκτιστη και η άλλη κτιστή; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό τη δίνει έμμεσα ο Τόμος του 135145 με την αναφορά του στον Όρο της ΣΤ' Οικουμενικής Συνόδου για τις δύο θελήσεις του Χριστού.

Οι δύο θελήσεις του Χριστού σύμφωνα με τον Όρο ενώθηκαν, όπως και οι φύσεις του, «αδιαιρέτως, ατρέπτως, αμερίστως, ασυγχύτως», πράγμα που διασφαλίζει την ενότητα και την ιδιαιτερότητα των δύο θελήσεων.

Οι θελήσεις του Χριστού, ενώ παραμένουν αδιαίρετα ενωμένες και διατηρούν «ατρέπτως και ασυγχύτως» τα φυσικά χαρακτηριστικά και την ιδιαιτερότητά τους, δεν αντίκεινται μεταξύ τους, αλλά η ανθρώπινη ακολουθεί και υποτάσσεται στη θεία. Αυτή ακριβώς η υποταγή της ανθρώπινης θελήσεως στη θεία θέληση αποτελεί και έκφραση της αναμαρτησίας του Χριστού.

Κατά συνεπεία η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα έχει χριστολογική βάση. Η ύπαρξη των δύο φυσικών αυτεξουσίων και θελήσεων στον Χριστό εξαιτίας της υποστατικής ενώσεως των δύο φύσεών του θεμελιώνει και την ύπαρξη των δύο ελευθεριών και θελημάτων στους πιστούς εξαιτίας της χαρισματικής και οντολογικής εντάξεώς τους στο μυστηριακό και θεωμένο σώμα του.

Εδώ όμως θα πρέπει να υπογραμμίσουμε και την θεμελιώδη διαφορά του πιστού από τον Χριστό.

Ο πιστός έχει ως ίδιο της φύσεώς του μόνο την ανθρώπινη θέληση και ελευθερία. Η άλλη θέληση και ελευθερία του είναι άκτιστη φυσική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, την οποία οικειώνεται και διατηρεί μόνο κατά χάρη.

Αλλά η σχέση των δύο φυσικών αυτεξουσίων και θελήσεων του Χριστού παρέχει το μέτρο και το βαθμό, προς τον οποίο οφείλει να αποβλέπει η σχέση της ανθρώπινης θελήσεως και ελευθερίας με την άκτιστη θέληση και ελευθερία του Τριαδικού Θεού.

Η σχέση αυτή πρέπει να είναι σχέση υποταγής της ανθρώπινης ελευθερίας στη χαρισματική ελευθερία, που παρέχεται στον πιστό ενόσω παραμένει ζωντανό μέλος του μυστηριακού σώματος του Χριστού.

Η άσκηση των αρετών με την ελεύθερη και αγαπητική τήρηση των εντολών από την μία και κατεξοχήν η ελεύθερη και συνειδητή μετοχή του πιστού στα μυστήρια της Εκκλησίας από την άλλη αποτελούν τον πιο συγκεκριμένο τρόπο, με τον οποίο ο πιστός υποτάσσει την κτιστή θέληση και ελευθερία του στην άκτιστη θέληση και ελευθερία του Θεού.

Η υποταγή του ανθρώπου στο θέλημα του θεού παρά την φαινομενική αντινομία της προς την ελευθερία αποτελεί πρακτικώς το συνειδητό άνοιγμα του ανθρώπου στην πραγματική ελευθερία του.

Με τον τρόπο αυτόν ο πιστός γίνεται μέτοχος στην ίδια την άκτιστη ζωή του Χριστού, που είναι ζωή ελευθερίας εν Αγίω Πνεύματι. Κατά συνέπεια, η εν Χριστώ ελευθερία του πιστού είναι χαρισματική ελευθερία και μάλιστα στο μέτρο υποταγής της ανθρώπινης ελευθερίας στην άκτιστη ελευθερία του Θεού.

Είναι λοιπόν φανερό ότι η εν Αγίω Πνεύματι ελευθερία των πιστών δεν αποτελεί μια ασαφή, νεφελώδη και αόριστη πραγματικότητα. Αντίθετα είναι μια σαφής και πολύ συγκεκριμένη ενέργεια του Τριαδικού Θεού, που χαρακτηρίζει μια κατά μέθεξη χαρισματική και άκτιστη πραγματικότητα, η οποία νοηματοδοτεί όλες τις εκδηλώσεις και την όλη ζωή του πιστού.

Στο πλαίσιο της Εκκλησίας δίνονται μερικά βασικά στοιχεία που περιγράφουν, χωρίς όμως και να εξαντλούν τα όρια φανερώσεως και τα όρια εκτροπής αυτής της ελευθερίας. Έτσι, το Ευαγγέλιο δίνει τους δείκτες που σηματοδοτούν τη ζωή της ελευθερίας, γι' αυτό και χαρακτηρίζεται από τον απόστολο Ιάκωβο ως «τέλειος νόμος της ελευθερίας», με βάση τον οποίο άλλωστε θα ανακριθεί και θα κριθεί η όλη ζωή των πιστών στη μέλλουσα κρίση.

Αναφερόμενος ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην παραπάνω βιβλική μαρτυρία σημειώνει ερμηνευτικώς ότι το Ευαγγέλιο είναι όχι μόνο «νόμος ελευθερίας» αλλά και «νόμος της χάριτος».

Οι δύο αυτοί χαρακτηρισμοί του Ευαγγελίου ως νόμου της χάριτος και νόμου της ελευθερίας υποδηλώνουν, έμμεσα πλην σαφώς, ότι το Ευαγγέλιο δεν αποτελεί κώδικα νομικών επιταγών που καλούν σε συμμόρφωση με την απειλή της τιμωρίας, αλλά ότι είναι ένα πλαίσιο που οριοθετεί τη ζωή των πιστών και την προσανατολίζει σταθερά στην πηγή της πραγματικής ελευθερίας, που είναι ο Τριαδικός Θεός.

Στο σημείο όμως αυτό θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η εν Χριστώ ελευθερία των πιστών έχει εσχατολογική προοπτική. Η ολοκλήρωση και η τελείωσή της βρίσκεται στα έσχατα. ‘Όπως είναι γνωστό από την εμπειρία της Εκκλησίας μας, τα έσχατα είναι και παρόντα, και ως παρόντα βιώνονται κατεξοχήν στα μυστήρια. Έτσι, οι πιστοί και στην παρούσα ζωή ζουν βεβαίως την χαρισματική ελευθερία ως πρόγευση και αρραβώνα της εσχατολογικής ελευθερίας τους.

Αλλά η εν Αγίω Πνεύματι ελευθερία στην πληρότητά της θα βιωθεί και θα φανερωθεί μετά την ανάσταση των νεκρών, στη μέλλουσα βασιλεία του θεού, όπου οι πιστοί θα συνθέτουν τα ένδοξα μέλη του μυστηριακού σώματος του Χριστού, και θα γίνονται όλο και περισσότερο δεκτικοί του Αγίου Πνεύματος τελειούμενοι ατελευτήτως.

Συνοψίζοντας όσα αναφέραμε στο σύντομο αυτό άρθρο μας μπορούμε επιγραμματικά να πούμε ότι η ελευθερία του ανθρώπου ως οντολογικό γνώρισμα του κατ' εικόνα μπορεί κατά χάρη να αποκτά και άκτιστο χαρακτήρα με εσχατολογική προοπτική, όταν εμπλουτίζεται σταθερά με την άκτιστη ελευθερία του Θεού.

Η άκτιστη αυτή ελευθερία βρίσκεται οντολογικώς εκεί όπου βρίσκεται και η χαρισματική παρουσία του Αγίου Πνεύματος.

Το Άγιο Πνεύμα παρέχει την χαρισματική ελευθερία, που οικειώνεται μεν με τα μυστήρια, ενεργοποιείται όμως και βιώνεται συνειδητά, όταν ο πιστός υποτάσσει με την τήρηση των εντολών εκούσια και συνεχώς την κτιστή ελευθερία του στην άκτιστη ελευθερία του Θεού.

Τέλος, η Εκκλησία αποτελεί το πλαίσιο πραγματώσεως της αληθινής ελευθερίας του άνθρώπου, επειδή αυτή αποτελεί τον χώρο οικειώσεως, βιώσεως και φανερώσεως της χαρισματικής παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, το οποίο και εγγυάται στον άνθρωπο την πραγματική ελευθερία, αφού κατά τη βιβλική μαρτυρία «ου το πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία».

http://www.impantokratoros.gr/631172AA.el.aspx



Eλευσίνια Mυστήρια.

Eλευσίνια Mυστήρια.
Τα Ελευσίνια Μυστήρια περιστρέφονταν γύρω από μια θεότητα, η οποία πολύ νωρίς, πρώτη ίσως από όλους τους άλλους θεούς, προσείλκυσε την προσοχή του ανθρώπου. Μολονότι οι περισσότεροι από τους αρχαίους λαούς φαντάζονταν τους θεούς τους να κατοικούν στον ουρανό, η θεότητα της γης είναι πολύ παλαιότερη.Αποκαλούμενη στην αρχή Γαία, με το πέρασμα των αιώνων, απέκτησε το όνομα Δήμητρα, το οποίο πιθανότατα σημαίνει «Γη μήτηρ». Η λατρεία της Δήμητρας, με καθαρά αγροτικό χαρακτήρα, συνδεδεμένη με τον κύκλο των εργασιών από τη σπορά ως τη συγκομιδή, είχε ευρύτατη διάδοση σε όλο τον ελληνισμό από τον μικρασιατικό έως τον ιταλιωτικό χώρο. Έχοντας ως αφετηρία τις εύφορες πεδιάδες της νότιας Θεσσαλίας, εξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα.Τα Θεσμοφόρια, τα Σκίρα, τα Αλώα είναι μερικές από τις μεγάλες γιορτές που διοργανώνονταν στον ελλαδικό χώρο προς τιμήν της θεάς της γονιμότητας. Όμως η λαμπρότερη γιορτή προς τιμήν της Δήμητρας γινόταν στην Ελευσίνα, στο περίφημο ιερό, όπου τελούνταν τα πιο σημαντικά μυστήρια της αρχαιότητας, στα οποία η Δήμητρα λατρευόταν ως πανίσχυρη, χθόνια και γονιμική θεά.Οι μυστικές αυτές τελετές φαίνεται ότι ήταν μέρος της λατρείας των Προελλήνων κατοίκων της Αιγαιίδας, των Πελασγών, των οποίων η θρησκεία περιστρεφόταν γύρω από τη γη, τις χθόνιες θεότητές της, το μυστήριο της ζωής και του θανάτου και της μετά θάνατον ζωής. Μετά την κάθοδο των ελληνικών φύλων, των Αχαιών και των Ιώνων, οι οποίοι λάτρευαν τους ουράνιους θεούς, οι Πελασγοί ζήτησαν να προστατέψουν τις θρησκευτικές παραδόσεις και τη λατρεία τους από τη βεβήλωση των αλλόθρησκων κατακτητών και γι’ αυτό χρησιμοποίησαν το σκότος της νύχτας. Τη μη ελληνικότητα των μυστηρίων μαρτυρούν και λέξεις μη ελληνικές, όπως παιξ, κογξ, βαυβώ (η μητρική κοιλιά), ευοί σαβοί (προσφωνήσεις προς τον Διόνυσο). Τα μυστήρια λοιπόν της Ελευσίνας είναι η θρησκεία των κατακτηθέντων Πελασγών, οι τελετές της οποίας, εξαιτίας του φόβου των επιδρομέων γίνονταν σε μυστικές συναθροίσεις. Αν και αρχικά η θρησκεία των προελληνικών φύλων υπέστη τους διωγμούς των κατακτητών, με το πέρασμα του χρόνου οι θρησκευτικές τελετές και δοξασίες κατακτητών και κατακτημένων αφομοιώθηκαν.Πριν από την κάθοδο των ελληνικών φύλων, τα Ελευσίνια Μυστήρια υπάγονταν στη δικαιοδοσία των προελληνικών βασιλικών οίκων της περιοχής. Γύρω στον 7ο αιώνα π.Χ. εξερράγησαν μακροχρόνιοι πόλεμοι μεταξύ Αθηναίων και Ελευσινίων, κατά τη διάρκεια των οποίων έπεσαν ο στρατηγός των Ελευσινίων, Ιμάραδος και ο βασιλιάς των Αθηναίων, Ερεχθεύς. Τελικά οι Ελευσίνιοι ηττήθηκαν, η βασιλεία τους καταλύθηκε και η Ελευσίνα έγινε ένας από τους δήμους της Αττικής. Οι Αθηναίοι ανέλαβαν τη διοίκηση και την εποπτεία των μυστηρίων, όμως η Ελευσίνα παρέμεινε η κύρια κοιτίδα τους, ενώ τα ιερατικά αξιώματα και η ευθύνη για τη διοργάνωση των τελετών έμεινε στα χέρια των βασιλικών γενών των Ελευσινίων, των Ευμολπιδών, στους οποίους ανήκε πάντα ο ανώτατος λειτουργός, ο ιεροφάντης και των Κηρύκων, από τους οποίους προερχόταν ο δαδούχος.
Ο μύθος
Αντιπροσωπεύοντας τις δυνατότητες της αγροτικής θρησκείας στην επίτευξη της γενικότερης ανθρώπινης ευτυχίας, τα Ελευσίνια Μυστήρια είχαν σαφή εσχατολογική διδασκαλία. Σύμφωνα με τον λεγόμενο ομηρικό ύμνο στη Δήμητρα, ο οποίος είναι ερμηνευτικός της γενικότερης λατρείας της θεάς, στην Ελευσίνα, γνωρίζουμε ότι εκτός από τη Δήμητρα πρωταγωνιστική μορφή των μυστηρίων ήταν η Κόρη, η Περσεφόνη, αντιπροσωπεύοντας το κατεξοχήν πνεύμα της βλάστησης που εξαφανίζεται από την επιφάνεια της γης και επανέρχεται σ’ αυτήν ύστερα από καθορισμένη χρονικά παραμονή της στον Κάτω Κόσμο. Όπως εξιστορεί ο ομηρικός ύμνος, η Περσεφόνη, η κόρη της Δήμητρας, έπαιζε, μαζεύοντας λουλούδια στους κάμπους της Ελευσίνας, με τις Ωκεανίδες νύμφες, τις κόρες του Ωκεανού. Εκεί την απήγαγε ο Άδης-Πλούτων, ο θεός-βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, και τη μετέφερε στο βασίλειο των νεκρών, όπου την έκανε βασίλισσά του. Τρελή από τη λύπη για την εξαφάνιση της κόρης της, η Δήμητρα περιπλανιόταν για εννιά μέρες και τη δέκατη, από τη θεά Εκάτη και τον θεό Ήλιο, έμαθε ότι η κόρη της είχε απαχθεί από τον Άδη - Πλούτωνα με τη συγκατάθεση του Δία. Πικραμένη και εξοργισμένη, μεταμορφώθηκε σε φτωχή, γριά ζητιάνα και αποσύρθηκε στην Ελευσίνα, όπου βρήκε φιλοξενία στο αρχοντικό του βασιλικού ζεύγους, του Κελεού και της Μετάνειρας. Κατά την παραμονή της στην Ελευσίνα, η Δήμητρα ανέλαβε την ανατροφή του Δημοφώντα, του μικρού γιου του Κελεού, τον οποίο αποπειράθηκε να καταστήσει αθάνατο, τρέφοντάς τον με αμβροσία και βάζοντάς τον κρυφά τη νύχτα σε φωτιά, προκειμένου να καταστρέψει τις θνητές σάρκες του. Το έργο όμως της αθανασίας του Δημοφώντα ματαιώθηκε, όταν η μητέρα του ανακάλυψε έντρομη τις ενέργειες της γηραιάς παραμάνας, οπότε η Δήμητρα φανερώθηκε στην αληθινή της υπόσταση. Παρέμεινε ωστόσο θλιμμένη για την εξαφάνιση της κόρης της και μαζί της η γη άκαρπη, μέχρις ότου ο Δίας, σε μια προσπάθεια συμβιβασμού της κατάστασης, καθόρισε η Περσεφόνη να μένει στον Κάτω Κόσμο το 1/3 του χρόνου και τα υπόλοιπα 2/3 να τα περνάει με τη μητέρα της. Εξευμενισμένη, τότε, η Δήμητρα και προτού επιστρέψει στον Όλυμπο, βαθιά ευγνώμων στους Ελευσίνιους για τη φιλοξενία τους, δίδαξε στους τέσσερις βασιλείς τους, τον Τριπτόλεμο, τον Διοκλή, τον Εύμολπο και τον Κελεό, τα μυστήρια της λατρείας της, για τα οποία αξίωσε απόλυτη μυστικότητα, υποσχόμενη αιώνια ευημερία στην πόλη.
Τα Μυστήρια στους Αθηναίους
Η μεγάλη αίγλη των Ελευσινίων Μυστηρίων συμπίπτει με την ανάληψη της επιμέλειάς τους από τους Αθηναίους. Οι μυστηριακές θρησκευτικές τελετουργίες προς τιμήν της Δήμητρας και της Κόρης έλαβαν λαμπρή μορφή την περίοδο της τυραννίας των Πεισιστρατιδών, οι οποίοι φιλοδοξούσαν έτσι να εξωραΐσουν και να νομιμοποιήσουν την εξουσία τους, αλλά στο απόγειο της ακμής τους έφθασαν κατά τη χρυσή εποχή της αθηναϊκής δημοκρατίας, τον 5ο αιώνα π.Χ. Οι Αθηναίοι περιέβαλαν τότε τα μυστήρια με εξαιρετική λαμπρότητα, αφενός για πολιτικούς λόγους και συγκεκριμένα για την ηθική τόνωση της ηγεμονίας τους και αφετέρου για οικονομικούς σκοπούς, σχετικούς με την εισροή χρήματος στην πόλη από τις πολυπληθείς αφίξεις των ξένων που έφθαναν για να παρακολουθήσουν τις τελετές. Ψήφισμα των Αθηναίων της περιόδου του Περικλή καθορίζει υπέρ του ιερού της Ελευσίνας ποσοστά από τους Αθηναίους γαιοκτήμονες, τους συμμάχους και τους κληρούχους και καλεί όλους τους Έλληνες σε καταβολή δωρεών, με αντάλλαγμα την ελεύθερη πρόσοδο στα Μυστήρια. Από τότε, σε αντίθεση με άλλες μυστηριακές θρησκευτικές τελετές, οι οποίες περιορίζονταν στα μέλη μιας οικογένειας, ενός γένους ή μιας φατρίας, τα Ελευσίνια Μυστήρια ήταν ανοιχτά σε όλους τους Έλληνες, ακόμη και σε δούλους, εάν μιλούσαν την ελληνική γλώσσα και στη συνέχεια στους Ρωμαίους, ενώ από την εποχή των Περσικών Πολέμων, όταν οι Πέρσες εσύλησαν και κατέκαψαν όλα τα ιερά των Αθηνών, αποκλείονταν οι βάρβαροι. Αποκλείονταν επίσης οι διαπράξαντες εγκλήματα και διάφορες ιερόσυλες πράξεις, όσο υψηλό αξίωμα και αν είχαν, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον αυτοκράτορα Νέρωνα, στον οποίο δεν επετράπη η συμμετοχή.Από την εποχή της προσάρτησης της Ελευσίνας στην Αθήνα, τα Ελευσίνια Μυστήρια ήταν διττά. Υπήρχαν τα Μικρά Μυστήρια, τα οποία τελούνταν στην Αθήνα, στο προάστιο Άγρα, κατά τον μήνα Ανθεστηριώνα (Φεβρουάριο), και τα Μεγάλα, τα κυρίως Ελευσίνια Μυστήρια, που τελούνταν στην Ελευσίνα, από τη δέκατη πέμπτη ως την εικοστή τρίτη μέρα του μήνα Βοηδρομιώνα (από το τέλος Σεπτεμβρίου ως τις αρχές Οκτωβρίου), την εποχή δηλαδή της σποράς και κάθε τέταρτο έτος περιελάμβαναν μια εξαιρετικά λαμπρή εορτή που λεγόταν πεντετηρίς.

Τα Μεγάλα Μυστήρια
Οι προπαρασκευές για τα Μεγάλα Μυστήρια διαρκούσαν εννέα ημέρες, οι οποίες συμβολίζουν τις πρώτες εννιά μέρες των περιπλανήσεων της Δήμητρας. Αρκετό καιρό πριν από την τέλεση των Μυστηρίων, οι Αθηναίοι έστελναν σε όλη την Ελλάδα κήρυκες που ανήκαν στα δύο ιερατικά γένη, των Ευμολπιδών και των Κηρύκων, οι οποίοι εκόμιζαν σπονδές, δίμηνη δηλαδή εκεχειρία, εάν η Αθήνα βρισκόταν σε πόλεμο με άλλες ελληνικές πόλεις. Οι ξένοι που συνέρρεαν ήταν πολυπληθείς και έτσι τα Ελευσίνια Μυστήρια αποτέλεσαν πανελλήνια εορτή.Τη 14η Βοηδρομιώνος, οι ιερείς και οι ιέρειες της θεάς στην Ελευσίνα έβγαζαν από το ιερό της τα μυστικά ιερά, τα οποία φυλάσσονταν σε μια κίστη, ένα καλάθι πλεκτό από κλαδιά ιτιάς ή λυγαριάς, εντελώς καλυμμένα και αθέατα και, γι’ αυτό τον λόγο, αγνοούμε μέχρι σήμερα τι αντικείμενα περιείχε η κίστη. Μετά τις προκαταρκτικές θυσίες, τα ιερά φέρονταν, διαμέσου της Ιεράς Οδού, σε πομπή προς την Αθήνα, όπου για την προϋπάντησή τους κατέβαινε όλη η πόλη, οι αρχές, οι ιερείς, ο λαός, συνοδεύοντάς τα μέχρι το εν άστει ιερό των Ελευσινίων θεοτήτων, στη νοτιοδυτική πλευρά της Ακρόπολης. Τη 15η Βοηδρομιώνος, ο άρχων βασιλεύς, ο οποίος είχε την ανώτατη επιμέλεια και εποπτεία των μυστηρίων, καλούσε τον λαό σε πανηγυρική συγκέντρωση στην Αγορά, στην Ποικίλη Στοά, όπου γινόταν η πρόρρησις, η επίσημη προκήρυξη, με την οποία καλούνταν να μετάσχουν στις ιερές εκδηλώσεις, όλοι, εκτός εκείνων που είχαν διαπράξει κάποιο σοβαρό έγκλημα.Τη 16η Βοηδρομιώνος, οι μύστες κατέβαιναν να λουστούν στη θάλασσα του Φαλήρου ή του Πειραιώς. Ήταν το μέγα καθαρτήριο βάπτισμα πριν από τη συμμετοχή τους στις ιερές τελετές, ενώ τη 17η Βοηδρομιώνος τελούνταν στο Ιερό της θεάς, στην Αθήνα, μεγάλη θυσία και την επόμενη μέρα γίνονταν τα Επιδαύρια ή Ασκληπιεία, προς τιμήν του θεού Ασκληπιού, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, είχε μυηθεί στα Μυστήρια.Τη 19η Βοηδρομιώνος, οι αρμόδιοι ιερείς παρελάμβαναν από το εν άστει ιερό, τα ιερά αντικείμενα και στη συνέχεια, σε πομπή, ακολουθούμενοι από πολυάριθμο πλήθος, μετέβαιναν στο Ιακχείο, στο Δίπυλο, όπου παρελάμβαναν το ξόανο του Ίακχου, προστάτη θεού της πόλης, και αυστηρώς αθηναϊκής θεότητας και στη συνέχεια, όλη η πομπή, αφού εξερχόταν από την Ιερά Πύλη, κατευθυνόταν προς την Ελευσίνα διαμέσου της Ιεράς Οδού.Πολύ αργά, το βράδυ, η πομπή έφθανε στην Ελευσίνα, όπου στην αρχή του Θριασίου Πεδίου, οι Κροκωνίδες, απόγονοι του πανάρχαιου βασιλιά Κρόκωνος, ασκώντας προνόμιό τους που χάνεται στα βάθη των αιώνων, έδεναν με νήμα το δεξί χέρι με το αριστερό πόδι κάθε μύστη, πράξη αποτρεπτική για οποιοδήποτε κακό. Λίγο πιο κάτω, στη γέφυρα του ελευσίνιου ποταμού Κηφισού, οι πιστοί αντάλλασσαν μεταξύ τους αισχρολογίες και άσεμνα αστεία, σε απομίμηση των πρόστυχων πειραγμάτων της Ιάμβης, υπηρέτριας στο αρχοντικό του Κελεού, η οποία κατόρθωσε να προκαλέσει το γέλιο στη θλιμμένη Δήμητρα, ένα έθιμο οργιαστικού χαρακτήρα που ανάγεται στο αρχαιότερο στρώμα της λατρείας της θεάς.
Άλυτο το μυστήριο των τελετών
Μετά την πανηγυρική άφιξη της πομπής στην πόλη, οι μύστες αναπαύονταν όλη την υπόλοιπη νύκτα και την ημέρα που ακολουθούσε, για να λάβουν μέρος στις μυστικές τελετές, την αρχή της νύκτας της 21ης Βοηδρομιώνος. Οδηγούμενοι από τον ιεροφάντη και τον δαδούχο, οι μύστες εισέρχονταν στο Τελεστήριο, όπου ξεκινούσαν οι τελετές. Το περιεχόμενο των τελετών παραμένει πάντως ως τις μέρες μας άλυτο μυστήριο, καθώς από τους συμμετέχοντες τηρούνταν απόλυτη μυστικότητα και η πολιτεία επέβαλλε σ’ αυτούς που την παραβίαζαν την ποινή του θανάτου. Συγκεκριμένα, ο Διαγόρας ο Μήλιος, ο οποίος διακωμώδησε τα Μυστήρια επικηρύχθηκε από τους Αθηναίους για δύο τάλαντα για τη σύλληψή του και για ένα τάλαντο για τον θάνατό του. Ο Αλκιβιάδης, κατηγορούμενος για παρωδία των Μυστηρίων, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο, ο τραγικός ποιητής Αισχύλος, κατηγορούμενος ότι σε τραγωδίες αποκάλυψε κάποια από τα απόρρητα, κινδύνευσε μεν αλλά απαλλάχθηκε, ο ρήτορας Ανδοκίδης μόλις διέφυγε την ποινή του θανάτου και ο Πλάτωνας μιλούσε για τα Μυστήρια με μεγάλη επιφύλαξη.Οι πενιχρές μαρτυρίες για το περιεχόμενο των Τελετών προέρχονται κυρίως από Χριστιανούς συγγραφείς, οπότε δεν θα πρέπει να θεωρηθούν απόλυτα έγκυρες και αξιόπιστες, δεδομένης της προκατάληψης και της εχθρότητας, με την οποία αντιμετώπιζαν οι Χριστιανοί τις ειδωλολατρικές τελετές των εθνικών.Από τις ελάχιστες πάντως μαρτυρίες που μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστες και από παραστάσεις έργων τέχνης, το σύνολο των νεώτερων ερευνητών έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα τεκταινόμενα στα Ελευσίνια Μυστήρια ήταν δρώμενα, τα οποία αναπαριστούσαν με δραματικό τρόπο τον μύθο της Δήμητρας και της Κόρης. Μια πιθανή αναπαράσταση της τελετής μπορεί να περιγραφεί ως εξής: Ο ιεροφάντης, υποδυόμενος τον Πλούτωνα, άρπαζε την ιέρεια της Δήμητρας, που υποδυόταν την Κόρη και παρά τη θέλησή της, την οδηγούσε στον Άδη, όπου τελούνταν ο ιερός γάμος τους. Ακολουθούσαν οι περιπλανήσεις της τραγικής μητέρας, η δεξίωση του Κελεού, η άνοδος της Κόρης από τον Άδη, με τη συνοδεία του Ερμή, τον οποίο υποδυόταν ο ιερός κήρυξ των μυστηρίων, η συνάντηση μητέρας και κόρης μέσα σε άπλετο φως από τις δάδες που θα κράδαιναν οι μύστες και τέλος η αποδημία του Τριπτόλεμου, στον οποίο η Δήμητρα ανέθεσε την ιερή αποστολή να διδάξει στους ανθρώπους τον τρόπο καλλιέργειας της γης.
Εναλλαγή φωτός και σκότους
Το ερώτημα που έχει απασχολήσει τους περισσότερους μελετητές των Μυστηρίων είναι πού ακριβώς τελούνταν αυτές οι δραματικές παραστάσεις. Ο Φουκάρ, στηριζόμενος σε διάφορες μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων, κυρίως του Αριστοφάνη, πιστεύει ότι κατά τη διάρκεια της τελετής υπήρχε έντονη εναλλαγή σκότους και φωτός. Φαντάζεται το δάπεδο διαιρεμένο σε πολλά τμήματα, καθοριζόμενα από τους κίονες, με το καθένα από αυτά να αναπαριστά ένα τμήμα του Άδη. Έτσι, στον κάτω όροφο, οι μύστες έβλεπαν τον σκοτεινό και ζοφερό Άδη, με τα βάσανα και τις δοκιμασίες των ανθρώπων που δεν είχαν μυηθεί στα Μυστήρια, ενώ ξαφνικά φωτιζόταν και εμφανιζόταν στα μάτια τους ο επάνω όροφος με τα κατάφωτα Ηλύσια Πεδία και τους χορούς των μυημένων στα Μυστήρια της Θεάς. Για τη δημιουργία ισχυρότατων εντυπώσεων και δραματικών συναισθημάτων στους μύστες, ο Φουκάρ δέχεται και τη χρήση μηχανημάτων, για την ύπαρξη όμως των οποίων δεν συνηγορεί καμιά αρχαία μαρτυρία. Σε αντίθεση με τον Φουκάρ, ο Νόακ δεν δέχεται την ύπαρξη δύο ορόφων και πιστεύει ότι το Τελεστήριο ήταν ενιαίο. Αποκλείει επίσης την ενεργό συμμετοχή των μυστών στα δρώμενα, αλλά δέχεται την κατάσταση των παθών, τις διεγέρσεις του τρόμου και της φρίκης, εντυπώσεις συγκλονιστικές και βασανιστικές για τους συμμετέχοντες στις τελετές. Κατά τον Νόακ, τα δρώμενα δεν ήταν δράμα, με την κανονική έννοια του όρου, αλλά μόνο στοιχεία δράματος, στερούμενα ουσιαστικά διαλόγων και τελούμενα ως παντομίμες. Συγκεκριμένα, τα παιχνίδια της Κόρης με τις φίλες της, πριν από την αρπαγή, είχαν τη μορφή κύκλιου χορού, εκτελούμενου από τις ιέρειες της θεάς, στην Ελευσίνα. Η αρπαγή συνοδευόταν από την απότομη συσκότιση της αίθουσας, συμβολική του κόσμου των νεκρών, ενώ στη συνέχεια, με την επάνοδο του φωτός, η θλιμμένη μητέρα, την οποία υποδυόταν η ιέρεια της θεάς θα διερχόταν, θρηνώντας γοερά, και τις τέσσερις πλευρές της αίθουσας και σταθμεύοντας σε καθεμία από αυτές, ώστε να γίνεται από όλους ορατή.
Το στάχυ του αδύτου
Τη μύηση και την τελετή ακολουθούσε η εποπτεία, η οποία αποτελούσε την τρίτη και την υψηλότερη βαθμίδα των Μυστηρίων και τελούνταν τη νύχτα της 22ας Βοηδρομιώνος. Κατά τον Ιππόλυτο, χριστιανό συγγραφέα του 2ου αιώνα μ.Χ., κεντρικό σύμβολο της εποπτείας ήταν ένα στάχυ, το οποίο φυλασσόταν στο άδυτο του Τελεστηρίου και αφού θεριζόταν τελετουργικά από ένα σιωπηλό θεριστή, τον ιεροφάντη, επιδεικνυόταν με μεγάλη επισημότητα στους πιστούς, σύμβολο της ανεξάντλητης δημιουργικής δύναμης της μητέρας γης. Σύμφωνα με άλλους ερευνητές, στο Τελεστήριο φυλάσσονταν ομοιώματα γεννητικών οργάνων, μολονότι πράξεις οργιαστικού χαρακτήρα δεν συνάδουν με την εγκράτεια, τη νηστεία και την αυστηρή καθαρότητα που έπρεπε να τηρούν οι μύστες κατά την περίοδο των Μυστηρίων.Την επόμενη μέρα της εποπτείας και τελευταία ημέρα των Μυστηρίων, γίνονταν μέσα στο ιερό τέμενος χοές προς τιμήν των νεκρών, κατά τις οποίες κάθε μύστης ελάμβανε δύο αγγεία γεμάτα από ένα άγνωστο υγρό και το έχυνε, ψιθυρίζοντας κάποια συμβολικά λόγια, μια τελετή που σχετίζεται με παλαιότερες γεωργικές λατρείες. Από τη χρήση των αγγείων αυτών, η τελευταία ημέρα των Μυστηρίων ονομαζόταν πλημοχόη. Ακολουθούσαν εκδηλώσεις με τραγούδια και χορούς και στη συνέχεια το ξόανο του Ίακχου επέστρεφε στην Αθήνα, πάλι με τη συνοδεία πομπής.Όπως οι περισσότεροι από τους γενάρχες πιστευόταν ότι ήταν υιοί θεών, έτσι λεγόταν ότι ο Εύμολπος, αρχηγός του γένους των Ευμολπιδών, ήταν γιος του Ποσειδώνα. Κατά την παράδοση, ο Εύμολπος είναι ο ιδρυτής των Ελευσινίων Μυστηρίων και κατείχε το αξίωμα του ανώτατου αρχιερέα, το οποίο κληροδοτούνταν από γενιά σε γενιά του οίκου. Το γένος των Ευμολπιδών ήταν από τα επιφανέστερα στην Ελευσίνα και συγκαταλεγόταν στις πιο ευγενείς οικογένειες των Αθηνών, ασκώντας μεγάλη επιρροή στα κοινά. Οι Ευμολπίδες είχαν κληρονομικά δικαιώματα, κατοχυρωμένα από την πολιτεία για τη διοίκηση και την επιμέλεια των Μυστηρίων, ενώ κατείχαν και δικαστική εξουσία, αποτελώντας δικαστικό σώμα, το οποίο έκρινε δίκες θρησκευτικής φύσης, κυρίως ασέβειας προς τα Μυστήρια.

Το τέλος των Μυστηρίων
Από τον οίκο των Ευμολπιδών προερχόταν ο ιεροφάντης, η υπέρτατη αρχή των Μυστηρίων, στον οποίο η αθηναϊκή πολιτεία παρείχε τιμές, ανάλογες με εκείνες των πολιτικών αρχόντων. Το αξίωμά του ήταν ισόβιο και κληρονομικό στο γένος των Ευμολπιδών. Το κυριότερο καθήκον του ιεροφάντη ήταν η τεράστιας συμβολικής σημασίας επίδειξη των ιερών αντικειμένων αλλά είχε και άλλες αρμοδιότητες, όπως την ερμηνεία, για λογαριασμό της πολιτείας, των αγράφων θείων νόμων και την αυστηρή εποπτεία των τελετών, ώστε να διασφαλισθεί η άψογη διεξαγωγή των Μυστηρίων.Αντίστοιχος με τον βαθμό του ιεροφάντη ήταν αυτός της ιεροφάντιδος. Οι ιεροφάντιδες ήταν δύο, η μία της Δήμητρας και η άλλη της Κόρης και προέρχονταν και αυτές από το γένος των Ευμολπιδών.Η δεύτερη μεγάλη οικογένεια που σχετίζεται με τα Ελευσίνια Μυστήρια ήταν οι Κήρυκες, το γένος των οποίων αναγόταν στον Ερμή και την Άγραυλο, κόρη του βασιλιά των Αθηνών, Κέκροπος. Από την οικογένεια των Κηρύκων προέρχονταν τα τρία σημαντικότερα, μετά τον ιεροφάντη, ιερατικά αξιώματα: του δαδούχου, του ιεροκήρυκα και του επί βωμού ιερέα. Ο δαδούχος, ονομάστηκε έτσι από τις δάδες που κρατούσε για να ρυθμίζει τον φωτισμό και τη συσκότιση του Τελεστηρίου, κατά τη διάρκεια των τελετών, ο ιεροκήρυξ κήρυττε την επίσημη προκήρυξη των μυστηρίων και κατά την έναρξη της τελετής επέβαλλε ιερά σιγή, ενώ ο επί βωμού ιερεύς είχε επιφορτιστεί με το καθήκον της θυσίας των ζώων στον περίβολο του ιερού.Με την εξάπλωση και την επικράτηση του Χριστιανισμού, τα Ελευσίνια Μυστήρια, τα οποία επί αιώνες κατείχαν σημαντικότατη θέση στον αρχαίο κόσμο, άρχισαν να χάνουν το κύρος και την αίγλη τους. Το θανάσιμο πλήγμα εναντίον τους κατέφερε ο ηγεμόνας των Γότθων, Αλάριχος, ο οποίος, συνοδευόμενος, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του στην Ελλάδα, από ιερείς και μοναχούς που είχαν ασπαστεί το δόγμα του Αρειανισμού, πυρπόλησε το Ιερό Τελεστήριο. Η πυρπόληση και καταστροφή των ιερών συνοδεύτηκε από τον φόνο όλου του ιερατείου, συμπεριλαμβανομένου και του τελευταίου ιεροφάντη, ο οποίος όμως δεν ήταν Αθηναίος, καταγόμενος από το γένος των Ευμολπιδών, αλλά κάποιος ιερέας από τις Θεσπιές που είχε ασπαστεί τη λατρεία του Μίθρα. Έτσι επαληθεύθηκε και η προφητεία του γηραιού Νεστόριου, του τελευταίου γνήσιου και νόμιμου ιεροφάντη, ο οποίος είχε προβλέψει την καταστροφή των ειδωλολατρικών ιερών, αφού οι Εθνικοί είχαν εκτραπεί από την πίστη και την ευσέβεια προς τους αρχαίους θεούς και έσβησε η ιερή δάδα στο Τελεστήριο της θεάς, συμβολίζοντας με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το τέλος του αρχαίου κόσμου.
Από: http://www.kairatos.com.gr/eleysinia.htm


Οι Κοσμογονικοί Θεολογικοί Μύθοι τής δημιουργίας.

Οι μύθοι της "δημιουργίας" και των αρχαίων Βαβυλωνίων και των αρχαίων Αιγυπτίων περιλαμβάνουν την ιδέα της αρχέγονης θάλασσας από την οποία προήλθε η Γή και η ζωή. Αυτοί οι μύθοι περιλαμβάνουν την ιδέα ότι οι άνθρωποι γεννήθηκαν από κάποια θεά. Το πρωταρχικό ΧΑΟΣ ήταν ένας "θεός" ο οποίος δημιούργησε τους ανθρώπους και τη φύση και τους άλλους θεούς.
Οι Εβραίοι ζούσαν μεταξύ των Αιγυπτίων και των Βαβυλωνίων , και οφείλουν πολλά από τις ιδέες και τις γνώσεις τους και στις δύο μεριές. Σε πολλές απόψεις , η ιστορία τους της δημιουργίας είναι όμοια με εκείνη των γειτόνων τους , ειδικά των Βαβυλωνίων , αλλά ο Θεός τους προυπήρχε πριν διαχωρισθή από το πρωταρχικό χάος , και ήταν αυτός που δημιούργησε και τη φύση και τους ανθρώπους.
Σύμφωνα με τις ιδέες των Εβραίων και του Χριστιανισμού αργότερα , ο Θεός δημιούργησε τον Κόσμο σε 6 ημέρες. Η Ζωή άρχισε την 3η ημέρα στη μορφή σπόρων φυτών. Τη 5η ημέρα ο Θεός δημιούργησε τα ψάρια της θάλασσας και τα πτηνά του ουρανού. Τη 6η ημέρα ο Θεός έφτιαξε όλα τα ζώα της ξηράς , περιλαμβανομένου του Αδάμ , του πρώτου ανθρώπου. Και πολύ σύντομα , ο Θεός έφτιαξε για σύντροφο του Αδάμ την Εύα , τη πρώτη γυναίκα.
Οι Αυτόχθονες της Αυστραλίας πίστευαν ότι η Γή δημιουργήθηκε κατά την διάρκεια του ΟΝΕΙΡΟΧΡΟΝΟΥ. Αυτή ήταν μία περίοδος όταν πνεύματα περιπλανιόντουσαν πάνω στη γή και έφτιαξαν τα πάντα : κοιλάδες , βουνά , φυτά , ζώα , ουρανό και άστρα. Αυτοί οι δημιουργοί μπορεί να ήταν μυθικά πλάσματα ή άνθρωποι που μπορούσαν να αλλάζουν τη μορφή τους.
Στους περισσότερους Μεσογειακούς πολιτισμούς , η πιό διαδεδομένη θεωρία του Σύμπαντος είχε τη Γή σαν επίπεδο δίσκο που επέπλεε στο παγκόσμιο ωκεανό που την περιέλαβε. Κάτω από αυτήν ήταν νερό , και από πάνω ο ουρανός , η κατοικία των θεών. Η ξηρά περιελάμβανε τον τότε γνωστό κόσμο , δηλαδή μία περιοχή γύρω από τη Μεσόγειο. Ο "Κάτω" ( κάπου κάτω από το παγκόσμιο ωκεανό ; ) ήταν ο κόσμος των νεκρών.
Οι Έλληνες πίστευαν επίσης ότι οι θεοί και οι θεές δημιουργήθηκαν από την πρωταρχική ουσία. Η Ελληνική σκέψη προχώρησε ένα βήμα μακρύτερα. Οι Έλληνες φιλόσοφοι ίσως ήταν οι πρώτοι που διαχώρισαν το ζήτημα της γένεσης από τους θεούς και θεές τους. Πίστευαν ότι ο αέρας ή το νερό ήταν η πρώτη αιτία όλης της ζωής ( και των θεών τους και των ανθρώπων ). Δεν υπήρχε κανένας Αέρας--Θεός ή Νερό--Θεός , και οι θεοί ( που επίσης δημιουργήθηκαν ) δεν δημιούργησαν τη φύση ή τους ανθρώπους. Και οι θεοί και οι άνθρωποι προήλθαν από τη ΓΑΙΑ , τη μητέρα Γή , η οποία δεν ήταν ένας από τους θεούς του Ολύμπου , αλλά κάποιο είδος παγκόσμιου προγόνου.
Σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες στην αρχή υπήρξε το Χάος. Από αυτό το Χάος γεννήθηκαν οι πρώτοι θεοί , η Γή και το Σκοτάδι , ο Τάρταρος και το Έρεβος , και ο Έρως. Αυτοί οι θεοί αργότερα γέννησαν όλους τους άλλους θεούς. Ο Προμηθέας , ένας Τιτάνας , διατάχθηκε από τον Δία , τον βασιλιά των θεών , να δημιουργήσει όλα τα φυτά και ζώα στο κόσμο. Τελευταίους δημιούργησε τους ανθρώπους , και κατά εικόνα των θεών. Αυτό εξόργισε τον Δία , έτσι ο Δίας αρνήθηκε να δώσει στους ανθρώπους το δώρο της φωτιάς. Ο Προμηθέας αργότερα έκλεψε τη φωτιά από τον Δία , και την έδωσε στους ανθρώπους. Σαν τιμωρία για το έγκλημά του ο Δίας τον αλυσόδεσε στο Καύκασο και διέταξε ένα αετό να τρώει το συκώτι του Προμηθέα κάθε ημέρα. Αφού ο Προμηθέας ήταν αθάνατος , το συκώτι του αναγεννιόταν κάθε ημέρα , και έτσι το μαρτύριό του συνεχιζόταν ξανά.