Τα φύλλα πέφτουν, πέφτουν λες από ψηλά,
σαν να ξεράθηκαν οι κήποι τ’ ουρανού·
Τα φύλλα πέφτουν, πέφτουν λες από ψηλά,
σαν να ξεράθηκαν οι κήποι τ’ ουρανού·
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας που αισθανόμαστε ανήμποροι, ακόμη και απελπισμένοι. Κάθε ημέρα, όμως, είναι ευλογημένη από τον Θεό και καλούμαστε να της δώσουμε την αξία που της πρέπει. Όσο καταβεβλημένοι και αν νιώθουμε υπάρχει τρόπος, για να ''φτιάξουμε'' τη διάθεσή μας.
Ό έρωτας είναι πάθος, είναι ζήλεια, είναι εγωϊσμός , εμπεριέχει εξιδανίκευση τού προσώπου πού ερωτεύεσαι , καί όταν λές σ΄αγαπώ εννοείς τήν εξωτερική εμφάνιση. Ό έρωτας είναι μεγάλα λόγια, θέλει νά κατακτήσει , νά γευθεί και νά ολοκληρωθεί μέ τήν ένωση. Μετά έρχεται ή προσγείωση , ανακαλύπτει ό καθείς τόν χαρακτήρα καί τίς διαφορετικές απόψεις τού άλλου καί ό έρωτας αρχίζει νά σβήνει. Ό έρωτας είναι ό ίδιος σέ κάθε ηλικία. Σέ κάνει παιδί . Καί τά παιδιά έχουν καπρίτσια καί πείσματα.
Τό σύμβολο πού θα έδινα στόν έρωτα θά ήταν ή γάτα.
💓💓💓💓💓💓💓💓💓💓💓💓💓💓💓💓💓💓💓💓💓💓💓💓💓
Ή αγάπη όμως είναι δύσκολη υπόθεση. Ή αγάπη είναι βαθύ αίσθημα. Ή αγάπη ξεκινάει από δύο άτομα καί πολλαπλασιάζεται ώστε ν΄αγαπάς όλο τόν κόσμο. Ή αγάπη ανάμεσα σέ δύο άτομα είναι θαυμασμός, πνευματική επαφή, συμπόνια , εκτίμηση , κατανόηση , δέν έχει εγωισμό. Ή αγάπη καμμιά φορά είναι θυσία γιά τό καλό τού άλλου. Δύσκολη υπόθεση ή αγάπη.
Τό σύμβολο πού θά έδινα στήν αγάπη θά ήταν ό πιστός σκύλος.
Ἂν καὶ µοιάζει τόσο ἁπλὴ καὶ ἀνώδυνη ἠ ἐρώτησή , ἔχει τόσο πολλὰ ποὺ µποροῦν νὰ εἰπωθοῦν γι᾽ αὐτὴν καὶ θὰ φόβιζαν κάποιους τὰ ἀκόµη περισσότερα ποὺ παράγονται ἀπὸ τὶς κρυφές της ἰδιότητες. Εἶναι ἀπὸ µόνη της µία αὐτοκρατορία, ἕνας ὁλόκληρος κόσµος ἀνεξάρτητος, αὐτοτελής, µαγευτικὸς ἀλλὰ συνάµα καὶ µαγικός.
Ξέρουµε ὅτι οἱ αἰσθήσεις εἶναι οἱ βάσεις πάνω στὶς ὁποῖες χτίζεται ὁ πόθος κι ἐκεῖ ἡ φαντασία εἶναι ποὺ στὴν κυριολεξία διευθύνει τὴν ὀρχήστρα· εἶναι ἡ φαντασία ποὺ ἐπιτρέπει τὸ ἀµφίδροµο ταξίδι ἀπὸ τὸν πόθο στὶς αἰσθήσεις καὶ πίσω πάλι γιὰ τὴν ἱκανοποίησή του. Ἀλλὰ ἂς πάρουµε τὰ πράγµατα µὲ τὴ σειρά.
Ἐὰν θὰ ῤωτοῦσε κάποιος τὶ εἶναι φαντασία, τί ἦταν αὐτὸ ποὺ θὰ µπορούσαµε νὰ τοῦ ποῦµε; Οἱ ἀπαντήσεις µας θὰ ὁδηγοῦσαν σὲ δύο ὁρισµούς, τῶν ὁποίων ἡ διατύπωση θὰ ἦταν ἐξαρτηµένη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο στὸν ὁποῖο ἀπευθύνεται ἡ ἐρώτηση ἢ µποροῦµε νὰ ὑποθέσουµε ὅτι συνδιαλεγόµαστε µὲ κάποιο εὐέλικτα σκεπτόµενο ἄτοµο, ποὺ θὰ µᾶς ἔδινε δύο ἀπαντήσεις· ἡ µία ποὺ κλίνει νὰ ἔχῃ κατὰ τὸ µᾶλλον ἀρνητικὸ πρόσηµο θὰ διεκδικῇ ὅτι φαντασία πρόκειται γιὰ κάτι ποὺ δὲν εἶναι πραγµατικό, καὶ ἔχει δηµιουργηθεῖ στὸ µυαλὸ κάποιου ἀνθρώπου. Ἡ δεύτερη ἀπάντηση θὰ ὑπερίσχυε µὲ διαφορὰ τῆς πρώτης ὥς πρὸς τὴν προσέγγιση τῆς ἴδιας ἰδιότητος τῆς φαντασίας καὶ θὰ ἔλεγε ὅτι φαντασία εἶναι ἡ νοητικὴ - ψυχικὴ ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀναπαριστᾶ εἰκόνες καὶ γεγονότα ἀλλὰ ἐπιπλέον νὰ µπορῇ νὰ ἐξελίσσῃ τὴν πλοκή καὶ τὶς σχέσεις µεταξύ τους. Γιὰ τὴν πρώτη ἐκδοχή, θὰ εἴχαµε καὶ µάλιστα δικαιολογηµένα κάποιες ἐνστάσεις, ἀφοῦ ὁ λογικὸς ἔλεγχος δὲν ἐπιτρέπει τέτοια ἐπιπόλαια προσέγγιση καὶ τοῦτο διότι ἐὰν τὸ µυαλὸ κάποιου ἄνθρώπου θεωρεῖται ὑλικὸ διότι εἶναι χειροπιαστό, τὸ ἴδιο θὰ εἶναι καὶ ἡ ἐνέργεια µὲ τὴν ὀποία λειτουργεῖ µὲ τὴν διαφορὰ ὅτι πρόκειται περὶ ὕλης σὲ πιὸ λεπτοφυῆ µορφή.
Ἀκολούθως, αὐτὸ ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν δηµιουργία τῆς φαντασίας, γίνεται ἀντιληπτὸ µὲ ἕνα παράλληλο τρόπο ὅπως αὐτὸς τῶν πέντε αἰσθήσεων ἀλλὰ καὶ πάλι σὲ ἀκόµη πιὸ λεπτοφυῆ µορφὴ καὶ δηµιουργεῖ τὴν παράσταση ἡ ὁποία ἀξιώνεται τῶν χαρακτηριστικῶν ὅλων τῶν αἰσθήσεων οἱ ὁποῖες δροῦν στὸ φυσικὸ ὑλικό πεδίο, κάτι ποὺ σηµαίνει ὅτι καὶ ὁ ἀντικατοπτρισµός τῶν αἰσθήσεων στὶς νοητικὲς αἰσθήσεις δὲν µπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ὕλη διότι ἀναγνωρίζεται µὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Ἐὰν βλέπω µία εἰκόνα µὲ τὰ µάτια µου, ἀλλὰ τὴν βλέπω καὶ µὲ κλειστὰ τὰ µάτια, χρησιµοποιῶ τὰ ἴδια ὑλικὰ ἀπὸ τὴν διάχυτη «ὑλοενέργεια» ποὺ διατρέχει καὶ πληροῖ ὁλόκληρο τὸ Σύµπαν. Ἐµεῖς ἁπλᾶ, στὶς συµπυκνώσεις ποὺ ἀντιλαµβανόµαστε σὰν πραγµατικότητα, δίνουµε ὀνόµατα στὶς εἰκόνες γιὰ νὰ ἔχουµε ἕναν κώδικα ἐπικοινωνίας µεταξύ µας, δηλαδὴ µὲ τὶς ἄλλες ὑπάρξεις ποὺ µοιράζονται τὴν ἴδια ἀντιληπτότητα µὲ ἐµᾶς. Βλέπω ἕνα λουλούδι, σκέφτοµαι ἕνα λουλούδι· τὸ λουλούδι, δὲν ὑπάρχει στὸ Σύµπαν κι ἐὰν φανταστοῦµε ὅτι κάποιος πάρει ἕνα λουλούδι καὶ τὸ ἀναζητήσει στὸ Σύµπαν δὲν θὰ µπορέσῃ νὰ βρῇ ὅµοιό του, ἐκτὸς κι ἐὰν δηµιουργήσει ἕνα µὲ τὴν σκέψη του καµπυλώνοντας τὴν ὑλοενέργεια τοῦ Σύµπαντος στὰ µέτρα του ὥστε νὰ τὸ ἐµφανίσῃ. Ὅµως κάποιος ποὺ ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἐξαπλώνῃ τὴν σκέψη του ὑπερβαίνοντας τὰ συνηθισµένα ὅρια ποὺ συνιστοῦν τὴν καθηµερινότητά µας, θὰ διαπίστωνε ὅτι πέραν αὐτῶν ὑπάρχει καὶ ἕνας τρίτος τρόπος θεάσεως καὶ χαρακτηρισµοῦ τῆς φαντασίας ποὺ ὄχι µόνον δὲν ὑπολείπεται τῶν δύο προηγουµένων ἀλλὰ διεκδικεῖ ἀξιέπαινα τὰ πρωτεῖα τῆς πιὸ σοβαρῆς καὶ νηφάλιας παρατηρήσεως ποὺ θὰ µᾶς χαρίσῃ τὴν ἀπάντηση στὰ ἐρωτήµατά µας.
Γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦµε καλύτερα, θὰ ἀφήσουµε τὸ µυαλό µας ἤρεµο καὶ τὴν φαντασία µας ἐλεύθερη γιὰ νὰ παρατηρήσουµε τὴν τάση της, νὰ δοῦµε πρὸς τὰ ποῦ κλίνει, πρὸς ποιά κατεύθυνση στρέφεται. Νὰ τὴν ἀφήσουµε ὥστε νὰ καταλάβουµε τί θέλει, ποιά εἶναι ἡ ἐπιθυµία της. Γι᾽ αὐτὸν τὸν λόγο θὰ ἀκολουθήσουµε µία κατάσταση σὰν παρατηρητές, ποὺ δὲν θὰ εἶναι κάποια ἄγνωστη ἢ ἀσυνήθιστη. Θὰ µποροῦσε νὰ ἦταν αὐτὸ ποὺ λέµε µία ἱστορία καθηµερινότητας ποὺ µπορεῖ νὰ συµβῇ ἢ συµβαίνει στὸν καθένα µας. Ὅπως γίνεται πάντα στὴν ζωή τὰ πράγµατα δὲν εἶναι ξεκάθαρα γιὰ κάποιον στὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς του. Πολὺς κόσµος τὸν γνωρίζει, ὅλοι µιλοῦν γι᾽ αὐτὸν ἀλλὰ ἀκόµη ὁ ἴδιος, δὲν ξέρει ποιὸς εἶναι. Οἱ συγγενεῖς του, οἱ φίλοι του, ὅλοι τὸν ξέρουν ἀλλὰ ὁ ἴδιος ἀπουσιάζει. Ποῦ βρίσκεται; Στὴν µέση τοῦ πουθενά, ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεώς του. Ἕνας «χῶρος», νοητικός, ἀλλὰ ἀφοῦ γίνεται ἀντιληπτὸς δὲν µπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι «ὑπαρκτός». Γνωρίζει, δὲν ξέρει πῶς, ὁτι ἐκεῖ ὑπάρχει µία αἰνιγµατικὴ γυναῖκα, µὲ φοβερὲς ἱκανότητες προερχόµενη ἀπὸ πανίσχυρη οἰκογένεια. Εἶναι πολὺ ὄµορφη καὶ ἀπίστευτα ἑλκυστική. Ξέρει ὁτι µιᾶς καὶ τὴν ἀντικρύσεις δὲν µπορεῖς νὰ πάρῃς τὰ µάτια σου ἀπὸ πάνω της, ὁ µαγνητισµὸς ποὺ ἐξασκεῖ, ἠ ἕλξη της, εἶναι ἀκατανίκητη. Εἶναι ὅ,τι θὰ ἐπιθυµοῦσε ὁ καθένας, ἀπὸ τὸν πιὸ κακοφτιαγµένο καὶ φτωχό, µέχρι τὸν πιὸ ὄµορφο καὶ πλούσιο. Θὰ ἔκανε ὁποιονδήποτε νὰ θέλη νὰ θυσιαστῇ γιὰ χάρη της, νὰ ἔχῃ τὴν εὔνοιά της καὶ νὰ βρίσκεται κοντά της, ἁπλᾶ νὰ ὑπάρχῃ δίπλα της καὶ θὰ τὸν ἔκανε νὰ ξεχάσῃ τὶς ἔννοιες του, τὰ σχέδιά του καὶ τοὺς φίλους του.
Οἱ σκέψεις τὸν κατακλύζουν καὶ σκέφτεται: «Μὰ θὰ εἶµαι σὰν ἄρχοντας, ἐὰν τὴν βρῶ, θὰ ἔχω τὰ πάντα καὶ τὴν πιὸ ἐπιθυµητὴ γυναῖκα ποὺ ὑπάρχει νὰ εἶναι στὸ πλάϊ µου. Ἐὰν εἶναι ἐκεῖ αὐτὴ ἡ ὑπέροχη ὕπαρξη, δὲν εἶναι ἡ εὐκαιρία τῆς ζωῆς του; Σὰν καταρράκτης οἱ σκέψεις συνεχίζουν νὰ πέφτουν στὸ µυαλό του καὶ δὲν ξέρει τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸν κάνει νὰ διστάζῃ, πόσο δύσκολο εἶναι; Διαισθάνεται ὅτι κάτι δὲν πάει καλὰ ἀλλὰ δὲν µπορεῖ νὰ τὸ ἐντοπίσῃ. Πόσο ἄδικο νὰ εἶναι ἕνα βῆµα µακρυὰ ἀπὸ τὴν πολυπόθητη θεὰ καὶ νὰ ἔχῃ σὰν ἀντίβαρο ἕνα µέλλον ποὺ κάνει τὴν ζυγαριὰ νὰ ταλαντεύται ἀργὰ καὶ ἀπειλητικὰ ἀπὸ τὴν µία µεριὰ στὴν ἄλλη; Εἶναι πράγµατι βασανιστικό.
Ἔχει µόλις διανύσει τὰ εἰκοσι ὀκτὼ χρόνια τῆς ζωῆς του. Μόλις πρὶν λίγο πέρασε ἀπὸ τὸ στάδιο ὅπου οἱ ὁρίζοντες τοῦ µυαλοῦ του ἐξαπλώθηκαν µὲ ἐκρηκτικὴ ταχύτητα καὶ κάλυψαν µία πολὺ µεγάλη περιοχὴ ποὺ βρισκόταν γύρω του ἀλλὰ δὲν συνειδητοποιοῦσε τὴν ὕπαρξή της µέχρι ποὺ τὴν ἀντίκρυσε σὰν ἀπὸ βουνὸ ποὺ βλέπει σὲ πεδιάδα µία καθαρὴ ἡµέρα µετὰ τὴν βροχή. Μποροῦσε κι ἔβλεπε µακρυὰ καὶ πέρα ἀπὸ τὴν ἀπέναντι ὀροσειρὰ ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔβλεπε πρίν, ἀλλὰ τώρα βλέπει πεντακάθαρα µὲ ζωηρὰ χρώµατα καὶ µπορεῖ νὰ ξεχωρίσῃ τὴν κάθε λεπτοµέρεια. Βλέπει πολὺ καλύτερα καὶ µπορεῖ νὰ συγκρατήση ὅλες τὶς λεπτοµέρειες µαζὶ σὲ µιὰ µατιά, τὰ πάντα γύρω του Τί νὰ ἀποφασίσῃ;
Θυµήθηκε λοιπὸν ὅτι στὴν Ὀδύσσεια ὁ πρωταγωνιστὴς ἐνῷ δὲν ἀναφέρεται στὶς τέσσερις πρῶτες ῥαψωδίες ἐµφανίζεται στὴν πέµπτη ῥαψωδία. Ἤξερε ὅτι µετροῦσαν τὶς περιόδους κάθε ἑπτὰ χρόνια κι αὐτὸς βρέθηκε νὰ παλεύῃ µὲ αὐτὰ τὰ ἐρωτήµατα µόλις εἶχε µπεῖ στὴν πέµπτη περίοδο τῆς ζωῆς του. Χαµογέλασε, τί σύµπτωση; Ἄρχισε νὰ σκέφεται: ὁ Ὅµηρος λέει ὅτι ὁ Ὁδυσσέας βρέθηκε ἐκεῖ ποὺ εἶναι ὁ ὀµφαλὸς τῆς θαλάσσης. Στὴν µέση τοῦ πουθενὰ καὶ καταµεσίς τοῦ συναισθηµατικοῦ του κόσµου τὴν θάλασσα. Τώρα τὸ δίληµµά του εἶναι ἐὰν θὰ µείνῃ ἐκεῖ ὅπου ὑπόσχεται ἀθανασία ἢ θὰ πρέπῃ νὰ γυρίσῃ πίσω στὴν Ἰθάκη. Ἔτσι κι αὐτὸς τώρα πρέπει νὰ ἐπιλέξῃ ἐὰν θὰ συνεχίσῃ νὰ ἐξασκεῖ τὴν ἔµπνευσή του ἢ νὰ παραµείνῃ ἐκεῖ ὅπου θὰ αἰσθάνεται ἀθάνατος καὶ πάντα νέος.
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει πιὰ ἐπαφὲς καὶ εἶναι µόνος του σὲ πόνο ἀποζητᾶ νὰ ἀπαλύνη τὸν πόνο του. Ἡ φαντασία εἶναι καταφύγιο γιὰ δυστυχισµένους κάτι σὰν τὸ ὄπιο, γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν ἀντέχουν τὸν πραγµατικὸ κόσµο. Καὶ ὁ Ὁδυσσέας εἶχε χάσει τοὺς συντρόφους του καὶ ἦταν µόνος καὶ ἀπαρηγόρητος Ἡ φαντασία ὅµως σηµαίνει ἀποµάκρυνση ἀπὸ τὴν πραγµατικότητα. Ἡ φαντασία ἀποµονώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν κανονικὸ κόσµο, γι᾽ αὐτὸ ἡ Καλυψὼ µένει µακρυά, Ἡ φαντασία κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ αἰσθάνεται ἀθάνατος καὶ πάντα νέος καὶ αὐτὰ τὰ δῶρα τὰ προσφέρει ἀπλόχερα ἡ Καλυψώ. Ἡ φαντασία κάνει τὸν ἄνθρωπο ἄρχοντα, ἐφάµιλλο µὲ Θεὸ ὅπως ὑπόσχεται.
Ὁ ἄνθρωπος ἀποθεώνει τὴν Φαντασία εἰς βάρος τῆς Μοῦσσας ποὺ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἔµπνευση. Ὅταν βρίσκεσαι ἐκεῖ εἶσαι στάσιµος, περνᾶς καλὰ ἀλλὰ ἔχεις χάσει κάθε δηµιουργικότητα, δὲν τολµᾶς, µόνο νοιώθεις ὁτι περνᾶς ὡραῖα ἀλλὰ δὲν ἐξασκεῖς αὐτὰ ποὺ µπορεῖς σὰν ἐλεύθερος ἄνθρωπος. Ἀλλὰ καὶ τὰ δηµιουργήµατα τῆς φαντασίας εἶναι ἐφήµερα. Ἡ θέληση τῶν Θεῶν ὅµως ἦταν νὰ ἐλευθερωθῇ ὁ Ὁδυσσέας, γι᾽ αὐτὸ κι ἔστειλαν τὸν Ἑρµῆ, τὴν λογική, τὸν ἥλιο, νὰ διώξῃ τὸ «σύννεφο Καλυψὼ» ὅπως καὶ ἔκανε· καὶ ἡ λογικὴ κυριάρχησε ὅταν τὸ πρόσωπό του ἔννοιωθε τὴν ζέστη τοῦ ἥλιου ἀκόµη καὶ µέσα στὴν σπηλιά. Τὰ δένδρα στὸ νησὶ τῆς Καλυψοῦς δὲν παράγουν καρποὺς ὅπως τίποτα φαντασικὸ δὲν γενάει κάτι χειροπιαστὸ καὶ τὰ πουλιὰ δὲν κελαϊδοῦν γιατὶ δὲν εἶναι ἀληθινά. «Τὰ φαινόµενα ἀπατοῦν», ξαναεῖπε µέσα του, κι ἔπρεπε νὰ ἀποφασίσῃ ἀλλὰ θυµήθηκε καὶ τὰ δῶρα ποὺ πῆρε ἀπὸ τὴν Καλυψὼ ποὺ χάθηκαν ὅλα στὴν τρικυµία τοῦ Ποσειδώνα, κι αὐτὸ τοῦ λέει ὅτι ὅταν ἐπιστρέψεις στὴν πραγµατικότητα, ὅλα τὰ δῶρα ποὺ σοῦ ἔδωσε ἡ Φαντασία – Καλυψὼ, ἐξαφανίζονται καὶ βρίσκεσαι στὴν πραγµατικότητα µέσα σὲ µία τρικυµία. Ἐκεῖ καταλαβαίνει ὅτι ἐὰν δὲν ἀκούσει τὸν Ἑρµῆ, τὴν λογική, θὰ µείνῃ γιὰ πάντα δέσµιος τῆς φαντασίας του, µὲ ὅλες τὶς συνέπειες.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι «φύση», δηλαδὴ ἔχει «φυτρώσει» µέσα ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ Σύµπαντος καὶ ἔχει πάρει µία µορφὴ ἀπὸ τὶς ἄπειρες διαθέσιµες ἢ δυνατότητες ποὺ ἔχει νὰ µετατραπῇ ἡ οὐσία. Σὰν τέτοια, πρέπει νὰ ἀκολουθεῖ ἢ καὶ νὰ περιορίζεται ἀπὸ κάποιους «νόµους» ποὺ ἰσχύουν στὰ πράγµατα ποὺ φύονται, γενιοῦνται καὶ φθάνουν σὲ µία συνειδητοποίηση. Ὁ πρῶτος καὶ πλέον σηµαντικὸς «κανόνας» τὸν ὁποῖο ἀπαρέγκλιτα πρέπει νὰ ἀκολουθήσουν ὅλα τὰ φυσικὰ πράγµατα (ἄλλωστε δὲν µποροῦν νὰ κάνουν διαφορετικά), εἶναι τὸ ὅτι πρέπει νὰ ζήσουν ὁλόκληρη τὴν συνειδητὴ ζωὴ τῆς µορφῆς ποὺ ἔχουν ἀποκτήσει µὲ τὴν ἀποδοχὴ ὅτι ἡ ῥοπὴ τῆς ὑπάρξεώς τους τείνει- καὶ πάντοτε θὰ κάνῃ τὸ ἴδιο - στὴν ἰσορροπία τῆς ἠρεµίας ἢ ἄλλιῶς στὴν κατάσταση τῆς κατώτερης δυναµικῆς ποὺ εἶναι διαθέσιµη.
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἠρεµία δηλαδὴ ὁ θάνατος. Κάθε ἄλλη πράξη ἢ ἐνέργεια ποὺ ἀντιτίθεται σὲ αὐτὸν τὸν κανόνα λέγεται ζωή. Κάθε µεταβολὴ τῆς ζωῆς σὲ κατώτερη κατάσταση, δηλαδὴ µὲ κατώτερη δυναµική, ὅπως εἶναι ἑπόµενο παράγει θετικὴ ἐντροπία, δηλαδὴ θετικὸ πρόσηµο πρὸς τὴν κατεύθυνση τοῦ θανάτου, ὡστόσο ἔχουµε ἀκούσει καὶ φράση: «δηµιουργικὴ φαντασία». Αὐτὴ µπορεῖ πολὺ εὔκολα νὰ παροµοιασθῇ µὲ τὸ δηλητήριο τὸ ὁποῖο σὲ µικρὲς ποσότητες εἶναι φάρµακο καὶ τί ἄλλο; Μὰ βέβαια, µὲ τέτοιους φρικτοὺς πόνους ποὺ εἶχα σὲ µία ἄτυχη περίπτωση στὴ ζωή µου σὰν πολυτραυµατίας, ἡ µορφίνη ἦταν αὐτὸ ποὺ µὲ κράτησε ἀπὸ … δὲν ξέρω κι ἐγώ τὶ θὰ πάθαινα, ἀλλὰ δὲν ἔµοιαζε καθόλου ὑγιές. Ἔννοιωθα τὴν ἀνάγκη νὰ χάσω τὶς αἰσθήσεις µου ἀλλὰ δὲν γινόταν … ἦταν φρικτό.
Κάποια στιγµὴ ἀναγκάστηκαν νὰ µοῦ δώσουν αὐτὸ ποὺ σὲ µεγαλύτερη ποσότητα σὲ καταστρέφει, ἀλλὰ µὲ ἔσωσε ἴσως ἀπὸ κάτι χειρότερο. Πόσος πόνος ὑπάρχει µαζεµένος στὴ ζωή καὶ πῶς καταφέρνει ὁ νοῦς νὰ τὸν µοιράζει ἐδῶ κι ἐκεῖ κάνοντας διαχείρηση τῆς κρίσεως; Τὸν σωµατικὸ πόνο ἐδῶ, τὴν τραγικὴ ἀπώλεια έκεῖ, τὴν πληγωµένη καρδιὰ πιὸ πέρα, τὸ ἀσήκωτο βάρος τῆς συνειδήσεως ποὺ σὲ συνθλίβει καὶ ἀπειλεῖ τὴν ὕπαρξή σου σὲ ἄλλο µέρος καὶ κάποια στιγµή, ὅταν βρίσκεσαι στὸν χῶρο τοῦ ἀσυνειδήτου, σὲ ἀφήνει νὰ περάσῃς πάνω ἀπὸ αὐτὰ καὶ νὰ τὰ δεῖς γνωρίζοντας ὅτι δὲν θὰ συνειδητοποιήσῃς τὸ τράνταγµα (σὸκ), ἀντικρύζοντας τὴν πραγµατική σου κατάσταση.
Τότε εἶναι ποὺ βλέπεις τὰ ζωηρὰ ὄνειρα, αὐτὰ ποὺ περιέχουν ὅλες τὶς αἰσθήσεις· κι ἔτσι παίρνεις αὐτὸ ποὺ ποθοῦν οἱ αἰσθήσεις σου. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ὅταν ἔρχεται στὸ ἀσυνείδητο, εἶναι τὸ φάρµακο, ἀλλὰ ὅταν φτιάχνεις τὸ ποθούµενο µὲ τὸ µυαλό σου δὲν διαφέρει ἀπὸ τὴν χρήση τοῦ δηλητηρίου σὰν ναρκωτικὸ καὶ σὲ κάνει νὰ ἐξαρτᾶσαι ὅπως αὐτὸς ποὺ εἶναι ὀπιοµανής.
Τάσος Πατεράκης
Ο μονοθεϊσμός της Βίβλου είναι η πρώτη και μόνη αντίδραση στην ειδωλολατρεία, κάθε μορφής, που γνώρισε ο κόσμος. Οι δύο πρώτες εντολές του μωσαϊκού δεκάλογου ήταν, κι εξακολουθούν να παραμένουν, το λυτρωτικό μήνυμα για όσους έμειναν αιώνες δούλοι στα ομοιώματα της κτίσεως και του ανθρώπου, για όσους γνώρισαν την αισχύνη της δουλείας στη φαραωνική κυριαρχία. Ας ξανακούσουμε τις δύο εντολές:
«Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου, όστις εξήγαγόν σε εκ γης Αιγύπτου εξ οίκου δουλείας· ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού. Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα, όσα εν τω ούρανώ άνω και όσα εν τη γη κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης. Ου προσκυνήσεις αυτοίς ουδέ μη λατρεύσης αυτοίς».
α. Στις δύο αυτές εντολές υπάρχει η ριζικότερη απειδωλοποίηση του κόσμου που έγινε ποτέ. Κανένας τόπος και κανένα ον μέσα στον κόσμο δεν επιτρέπεται να γίνει είδωλο, υποκατάστατο του Θεού, και να απαιτήσει εκούσια από μέρους του ανθρώπου προσκύνηση και οργανωμένη λατρεία από το κοινωνικό σύνολο. Τί σημαίνει αυτό για την πράξη είναι εύκολο να καταλάβουμε ακόμη και σήμερα, αν θυμηθούμε την αφελή και ανόητη πίστη στην αστρολογία· τα ωροσκόπια δε λείπουν από τα περισσότερα έντυπα μαζικής κυκλοφορίας, κι αυτό μετά από χριστιανικό κήρυγμα δύο χιλιετιών! Φτάνει ακόμη να θυμηθούμε την επιβίωση των ειδώλων του γένους, των «αρχέτυπων» που θάλεγε ο Jung, που μπορεί να μην έχουν λατρεία, οποιαδήποτε όμως βρίσκουν την προσκύνηση μέσα στο υποσυνείδητό μας. Κι ακόμη ζουν τα ανθρωπόμορφα είδωλα, μόνο που έχουν αφηρημένες — και γι’ αυτό δυσδιάκριτες και έτσι επικίνδυνες — μορφές. Ποιος μπορεί, λοιπόν, ν’ αρνηθεί τη σπουδαιότητα και την επικαιρότητα των πρώτων εντολών για σήμερα;
Η απειδωλοποίηση πού διακηρύσσει η Βίβλος δεν είναι καθόλου ανεπίκαιρη. Μπορεί να μην είναι εμφανής πάντοτε η λατρεία ως εκδήλωση μιας οργανωμένης και εμφανούς στο κοινωνικό προσκήνιο ομάδας. Η προσκύνηση όμως των κοσμικών και ανθρώπινων ειδώλων, η εσωτερική αποδοχή τους και η εξάρτηση της ανθρώπινης ζωής από αυτά δεν έπα-ψε να υπάρχει. Κι αυτό κάνει επιτακτική τη διακήρυξη της λυτρωτικής εντολής· «ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον . . .».
β. Η εντολή όμως που απαγορεύει τα είδωλα είναι συνέπεια μιας εμπειρίας που εκφράζει η πρώτη εντολή· «Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σου που σε λύτρωσα και σ’ οδήγησα μακριά από την Αίγυπτο, από τον τόπο της δουλείας . . .».
Πριν κηρυχθεί η απαγόρευση των ειδώλων υπενθυμίζεται στον Ισραήλ η εμπειρία της απελευθερώσεως. Πρώτα απαλλάσσεται ο άνθρωπος από τη δουλεία και μετά ζει την ελευθερία του, που για να διατηρηθεί πρέπει να φυλαχθεί μακριά από τα είδωλα. Κι αυτό είναι δυνατό μονάχα όταν συνδεθεί και πάλι ο άνθρωπος με την πηγή της ζωής, το Θεό. Αυτό δηλώνεται εμφαντικά στην αρχή της πρώτης εντολής με το ίδιο το όνομα του Θεού, που στα εβραϊκά σημαίνει «ο δίδων ζωήν», ο Ων, όπως συνήθως αποδίδεται στα ελληνικά, σωστότερα «ο ζωοποιών».
Ό ζωοδότης Θεός γίνεται ο μόνος Κύριος του ανθρώπου, το μόνο σημείο εξάρτησης και στήριξης συνάμα. Από το Θεό ξεκινά η σωτήρια δύναμη που ελευθερώνει τον άνθρωπο από την απάτη του ψεύδους. «Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθε¬ρώσει υμάς», λέγει ο Χριστός, εννοώντας όχι μια γνωστική διεργασία του νου ή μια ενόραση της καρδιάς, αλλά τη μετάβαση ολόκληρου του ανθρώπου στο χώρο της Αλήθειας, στο χώρο της Ζωής, στον ένα Θεό. Η οντολογική αυτή ανατοποθέτηση του ανθρώπου σημαίνει την ελευθερία του ανθρώπου και μαζί της τη συντριβή των ειδώλων. Αλήθεια και ζωή συμπίπτουν και οι ψυχικοί διχασμοί παύουν να υφίστανται. Ο άνθρωπος γίνεται ενιαίος, όπως ένας είναι και ο ζωντανός Θεός του.
γ. Αυτή η ιστορική εμπειρία, η αποκάλυψη του Θεού εν Χριστώ, θεμελιώνει το μονοθεϊσμό. Είναι μια «γνώση» που ξεκινά από το Θεό, φτάνει στον άνθρωπο και ξαναγυρίζει ως προσκύνηση και λατρεία, ως δοξολογία στο Θεό.
Κι εδώ ελλοχεύει όμως ο κίνδυνος των ειδώλων. Γιατί εύκολα μπορούν να αντικειμενοποιηθούν και να αυθυποστατοποιηθούν οι έννοιες της γνώσεως του Θεού. Μα κι αυτός ο κίνδυνος εξουδετερώνεται από την αποφατική θεολογία των Πατέρων. Ο αποφατισμός είναι η δικλείδα ασφαλείας, η συνεχής υπενθύμιση πως δεν είναι οι λέξεις και οι έννοιες, αλλ’ η ζωή της Εκκλησίας, ο χώρος που αποκαλύπτεται ο ζωντανός Θεός.
Μετά από τη ριζική αυτή κάθαρση των ειδώλων θα περίμενε κανένας να έχουν εξαφανιστεί στην εποχή μας τα είδωλα κάθε μορφής. Όλοι μας όμως ξέρουμε πως συνεχίζουν να ζουν, με μορφές λατρείας ή όχι, με ιερατείο ή και χωρίς αυτό, πάντως με πλήθος προσκυνητών. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στα χονδροειδή είδωλα, το χρήμα ή το σεξ ή τη μαγεία ή τις μαζικές εκδηλώσεις γύρω από κάποιο καινούριο επίγειο θεό. Αυτά φαίνονται από μακριά, είναι κραυγαλέα και ίσως πιο ευκολονίκητα. Πιο δυνατά είναι άλλα είδωλα, στηριγμένα σε «πνευματικότερα» θεμέλια. Θ’ αναφέρουμε μερικά ενδεικτικά, για να θυμηθεί καθένας μας και τα υπόλοιπα, τις παραλλαγές και τις ποικιλίες τους.
α. Πρώτο εμφανίζεται το είδωλο της γνώσεως, ο επιστημονισμός. Ένας από τους πρώτους λάτρεις του στα νεώτερα χρόνια είναι κι ο Βacon, που αναφέραμε στην αρχή. Δεν πρόκειται για την εκτίμηση — ούτε καν για μια υπερβολική εκτίμηση — προς την επιστήμη, αλλά για τη μεταβολή της από μέσο για τη γνώση του κόσμου και τη βελτίωση της ζωής σε θεμέλιο και σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι μεταβολή ποιοτική για το νόημα της επιστήμης, είναι αποκοπή της από την ανθρώπινη ζωή και αναγωγή της σε μεταφυσική δύναμη, σε είδωλο. Πρόκειται για μια στάση απόλυτης εξαρτήσεως του ανθρώπου από αυτήν, όπως την εκφράζει με αφέλεια και αλαζονεία συνάμα η φράση του Laplace προς το Ναπολέοντα μετά τη συγκρότηση της υποθέσεώς του για το ηλιακό σύστημα: «Τώρα πια δε μου χρειάζεται η υπόθεση Θεός!»
Ο μεσοπόλεμος κι η δεκαετία του 50 γνώρισαν σ’ όλο το πλάτος της τη λατρεία του καινούριου ειδώλου, που μόνο ο πόλεμος και η βαθμιαία συνειδητοποίηση του κινδύνου ατομικής καταστροφής μπόρεσαν να μετριάσουν κάπως. Στις μέρες μας άρχισε να χάνει έδαφος αυτό το είδωλο, κυρίως στους κύκλους των επιστημόνων, η ακτινοβολία του όμως στις μεγάλες μάζες δε χάθηκε ολότελα.
β. Ένα άλλο είδωλο, προορισμένο από τη φύση του για τους λίγους, είναι η λατρεία της λογικής. Συγγενικό με το προηγούμενο, έχει τη βασική διαφορά πως ενδιαφέρεται λιγότερο για τους μαθηματικούς τύπους και περισσότερο για τις έννοιες, για τα φιλοσοφικά συστήματα. Κι αυτό το είδωλο θέλει να θεμελιώσει σε σίγουρες και αποκλειστικές βάσεις τη ζωή του ανθρώπου και της κοινωνίας. Μόνο που οι λεπτές διακρίσεις του δεν το κάνουν μαζικό κίνημα· μέχρι που να βρεθεί ο εκλαϊκευτής τουλάχιστο, που θα στηρίξει πάνω του μια ολόκληρη ψευτοκοσμοθεωρία ή βιοθεωρία. Μέχρι που ένας Χίτλερ θα μεταβάλει τον υπεράνθρωπο της φιλοσοφίας του Νίτσε στον ξανθό άρειο-δήμιο εκατομμυρίων.
γ. Περιορισμένος είναι κι ο κύκλος των θαυμαστών ενός άλλου ειδώλου, της ψυχολογικής απελευθερώσεως του ανθρώπου. Κι έδώ σωστές επί μέρους γνώσεις απολυτοποιούνται και γίνονται πανάκεια, σωστή θρησκεία με λατρεία, όπως η υπερεκτίμηση της ψυχολογικής αναλύσεως, και με παραλατρευτικά φαινόμενα, όπως η δήθεν σεξουαλική απελευθέρωση με τα μέσα της μαζικής διαφωτίσεως, που απολήγουν στο κύμα της πορνογραφίας που μας κατακλύζει.
δ. Το πιο διαδεδομένο είδωλο όμως σήμερα είναι η ιδεολογία, ο κατακλυσμός μας από τους διάφορους -ισμούς της εποχής. Μπορεί εύκολα κανένας ν’ αποφύγει τα προηγούμενα είδωλα, γιατί η άπατη τους φανερώνεται εύκολα· υπόσχονται μια σωτηρία στο άμεσο παρόν, κι εύκολα φαίνεται η άπατη από τον μη ερχομό της σωτηρίας. Οι ιδεολογίες όμως αναφέρονται στο μέλλον, ανοίγουν την πόρτα στην ελπίδα κι έτσι η διάψευση από τα πράγματα δεν είναι εύκολη.
Τα ιδεολογικά είδωλα, έπειτα, είναι καλά οργανωμένα, δεν τους λείπουν τα δόγματα, η παράδοση, το ιερατείο, ούτε κι αυτός ο ασκητισμός. Πρόκειται για υποκατάστατα της θρησκείας σ’ όλη την έκταση του θρησκευτικού φαινομένου, αφού και ύμνοι υπάρχουν και μαυσωλεία έχουν στηθεί. Καμιά φορά δε λείπει ούτε η ηθική — μια βασική διαφορά από την κλασική μορφή ειδωλολατρείας. Κατά τα άλλα, έχουν όλα τα τυπικά γνωρίσματα που είδαμε.
Εδώ είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος κι η μεγαλύτερη πρόκληση για όσους πιστεύουν στον ένα Θεό, τον Πατέρα του Κυρίου Ιησού. Πρόκληση, γιατί τα ιδεολογικά είδωλα εμφανίζονται όχι έξω από την πόρτα, αλλά μέσα στο χώρο της ίδιας της Εκκλησίας. Είναι αδύνατο ν’ αδιαφορήσουμε, όταν οι έμψυχοι ναοί του Θεού, οι πιστοί, έχουν μέσα τους «το βδέλυγμα της ερημώσεως». Ο Βελίαλ και ο Χριστός δεν μπορούν να συγκατοικήσουν στον ίδιο ναό. Και μην ξεχνάμε πως συνεχίζει η δεύτερη εντολή, που απαγορεύει την ποίηση των ειδώλων «εγώ γάρ ειμί Κύριος ο Θεός σου, Θεός ζηλωτής…». Η πρόκληση είναι, λοιπόν, πολύ ισχυρή και πολύ κοντά, έτσι που δεν μπορεί ν’ αδιαφορήσει ούτε η Εκκλησία ούτε οι πιστοί ως άτομα.
Μεγάλος είναι επίσης ο κίνδυνος να γλιστρήσει ο χριστιανός σ’ ένα πεδίο που είναι άσχετο με την άρνηση των ειδώλων από μέρους του. Αναφερόμαστε στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές θεωρίες των συγχρόνων ιδεολογιών, που καθ’ εαυτές λαμβανόμενες είναι αδιάφορες για το Χριστιανό. Εδώ υπάρχει ο κίνδυνος ν’ αγωνιστούμε για μιαν άλλη άποψη σ’ αυτά τα ζητήματα κι όχι για το μονοθεϊσμό. Μπορεί να γίνουμε μάρτυρες των πολιτικοκοινωνικών απόψεων μας – σε τελευταία ανάλυση δηλαδή ακούσιοι ειδωλολάτρες μάρτυρες-, νομίζοντας πως αγωνιζόμαστε για το Χριστιανισμό.
Όσο μεγάλος όμως κι αν είναι ο κίνδυνος, τόσο πιο μεγάλη και η πρόκληση και τόσο πιο επιτακτική η ανάγκη ν’ ακουστεί η φωνή της Αλήθειας. Τα είδωλα μας κατακλύζουν, δεν μπορούμε να μείνουμε άπρακτοι. Κι αυτό από αγάπη για το Θεό, από υποταγή στις εντολές Του, από την ίδια την ένταξή μας στην οικογένειά Του. «Η ευγένεια δημιουργεί υποχρεώσεις» λέγει το παλιό ιπποτικό ρητό. Και μεγαλύτερη «ευγένεια» από την ένταξή μας στο χώρο της Αλήθειας δεν υπάρχει.
Κι όχι μόνο γι’ αυτό το λόγο, αλλά και για έναν ακόμα·
από αγάπη για τον άνθρωπο, από σεβασμό στην ελευθερία του, στις δυνατότητές του να γίνει πραγματικά υπεύθυνος και ελεύθερος, παιδί του Θεού. Αυτή μας η διπλή αγάπη, για το Θεό και για τον άνθρωπο, μας επιβάλλει να αγωνιστούμε για να διώξουμε τα είδωλα, για να ξαναγίνει ο Θεός, Θεός των ανθρώπων, ό λ ω ν των ανθρώπων, και για να ξαναγίνει ο άνθρωπος, άνθρωπος ελεύθερος, υπεύθυνος, αδελφός για τους συνανθρώπους.
Αυτός ο αγώνας σημαίνει πως θα ξαναβγεί μέσα στην Εκκλησία δυναμική και δραστήρια η τάξη των προφητών, των «ορώντων», όπως τους ονομάζει η Βίβλος. «Ορώντες» είναι αυτοί που βλέπουν την πραγματική πορεία του κόσμου και του ανθρώπου, χωρίς να σαγηνεύονται από τη λάμψη των οποιωνδήποτε ειδώλων, χωρίς να δειλιάζουν μπροστά στην οσοδήποτε μεγάλη συγκέντρωση των ιερέων του Βάαλ. «Ορώντες» είναι όσοι πιστεύουν πως η ελευθερία του ανθρώπου είναι δείγμα της πορείας του προς το ζωοδότη Θεό κι αγωνίζονται γι’ αυτή την ελευθερία χωρίς να δελεάζονται από την απάτη του κόσμου και χωρίς να δειλιάζουν μπροστά στις μέριμνες του παρόντος.
«Ορώντες» είναι σε έσχατη ανάλυση όλοι οι Χριστιανοί που αγωνίζονται για να γίνει ο άνθρωπος σκοπός κάθε μορφής κοινωνικής συμβιώσεως και όχι σκοπός για την επικράτηση οποιουδήποτε ιδεολογικού –ισμού· που διαμαρτύρονται για τη συνειδητή σύγχυση της Αλήθειας με το Ψευδός, για την υποταγή του ανθρώπου σε σύγχρονα αποκαλυπτικά θηρία· που μέρα και νύχτα παλεύουν για την απελευθέρωση των συνανθρώπων από τα κάθε μορφής είδωλα.
(«Προβληματισμοί»,τ. 6, εκδ. Χ. Φ. Ε, σ. 91 -100 )